Sunday, March 6, 2011

Brothers in Arms

Είναι γνωστό ότι υπάρχει αρκετός κόσμος –στα ξένα αλλά και εδώ– που αποφασίζει να ασχοληθεί με τις πολεμικές τέχνες για λόγους κοινωνικούς, δηλαδή για να βρεθεί σε ένα καινούριο περιβάλλον, να συναναστραφεί με καινούριους ανθρώπους και να διαμορφώσει καινούριες σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές γλώσσες, οι σχολές πολεμικών τεχνών ονομάζονται «clubs» (δηλαδή, «λέσχες» ή «ενώσεις»), ότι μιλάμε για «μέλη» με «συνδρομές» ή ότι συχνά ο νόμος τις αντιμετωπίζει ως «συλλόγους» ή «σωματεία» –όλα λέξεις που συνδέονται με μια συνεύρεση ανθρώπων που ενδιαφέρονται για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.

Αυτό που δεν είναι εξίσου γνωστό, είναι ότι αρκετοί από τους σκληροπυρηνικούς πολεμικοτεχνίτες θεωρούν ότι η αντιμετώπιση αυτή αδικεί τις πολεμικές τέχνες. Σύμφωνα με την αντίληψη των ανθρώπων αυτών, η ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες πρέπει να γίνεται με μόνο στόχο την ίδια την πολεμική τέχνη και τη μελέτη της και ότι εκείνοι που θέλουν μια κοινωνική δραστηριότητα, θα έπρεπε να επιλέξουν κάτι άλλο –σε τελική ανάλυση, υπάρχουν πλείστες όσες δραστηριότητες, σωματικές και μη, που όχι μόνο δίνουν την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή αλλά την ενθαρρύνουν κιόλας. Η επιτυχία που έχουν οι σχολές χορού (χορού όπως λέμε «social dancing»), είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα και χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο μπορεί κανείς να σκεφτεί και αρκετά ακόμα.

Προφανώς καθείς και η άποψή του· σε τελική ανάλυση, ο λόγος για τον οποίο ξεκινά να ασχολείται κανείς με τις πολεμικές τέχνες είναι δικός του και δεν οφείλει να δώσει λόγο ούτε στη διοίκηση του εκάστοτε ντότζο, ούτε στους άλλους συνασκούμενους, τουλάχιστον από τη στιγμή που δεν τους ενοχλεί και δεν διαταράσσει την εύρυθμη λειτουργία του χώρου (παρεμπιπτόντως, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η εύρυθμη λειτουργία μιας ολόκληρης χώρας έχει διαταραχθεί αρκετά, όμως για αυτή την υγρασία θα μιλήσουμε μια άλλη φορά). Για οποιονδήποτε λόγο και να αποφασίσει κανείς να δοκιμάσει τις πολεμικές τέχνες, αν ασκείται ειλικρινά και τίμια την ώρα του μαθήματος ή της προπόνησης, ο στόχος έχει επιτευχθεί.

Αυτό που ξεχνούν όσοι επικρίνουν την κοινωνική προσέγγιση στις πολεμικές τέχνες, είναι ότι από τη στιγμή που άνθρωποι συναντιούνται σε έναν κοινό χώρο, οι σχέσεις διαμορφώνονται ούτως ή άλλως –ως εκ τούτου, ακόμα και ο πιο αφοσιωμένος ασκούμενος, μοιραία θα έρθει πιο κοντά στους συνασκούμενούς του. Και αυτό που δε γνωρίζουν όσοι έρχονται στις πολεμικές τέχνες για λόγους κοινωνικούς είναι ότι οι σχέσεις που, αναπόφευκτα, θα δημιουργήσουν είναι κάτι πολύ πιο ιδιαίτερο από αυτό που πίστευαν. Και αυτό επειδή σε μια σχολή πολεμικών τεχνών που λειτουργεί όπως πρέπει, μια προπόνηση έχει σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά μιας μάχης. Ελεγχόμενης, λιγότερο αιματηρής, συχνά με μικρότερες συναισθηματικές φορτίσεις, αλλά μάχης παρ’ όλα αυτά.

Το έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν και θα το ξαναπούμε: οι πολεμικές τέχνες είναι μια δοκιμασία, όχι μόνο για τους μύες και τα κόκαλά μας, αλλά –κυρίως– για το νευρικό μας σύστημα και τις ψυχικές μας αντοχές. Κατ’ αρχάς, προσπαθούμε να επαναπρογραμματίσουμε όλα μας τα συστήματα έτσι ώστε να λειτουργούν με έναν διαφορετικό τρόπο –συγκεκριμένοι βηματισμοί, συγκεκριμένες αναπνοές, συγκεκριμένες εστιάσεις του βάρους, συγκεκριμένοι χρονισμοί ποδιών και χεριών. Εν συνεχεία, προσπαθούμε να λειτουργήσουμε σε συνάρτηση με κάποιον άλλον· για την ακρίβεια, με μια σειρά από κάποιους άλλους, όλους διαφορετικούς μεταξύ τους. Όλα αυτά σε ένα καινούριο περιβάλλον με τα δικά του χαρακτηριστικά, τις δικές του αρχές, τη δική του ιεραρχία προσώπων και θεσμών. Και, πάνω απ’ όλα, με πανταχού παρόντα τον ενδεχόμενο κίνδυνο της σωματικής βλάβης και τη βεβαιότητα του πόνου.

Αυτά τα δύο τελευταία, είναι αρκετά για να κάνουν κρόσσια τα νεύρα ακόμα και των πιο συγκροτημένων ανθρώπων. Και αυτό, επειδή οι περισσότεροι σημερινοί άνθρωποι, δεν ζούμε επικίνδυνα –ζούμε απλές, καθημερινές ζωές σε μια σύγχρονη κοινωνία που μας ασφαλίζει απέναντι στα πάντα (ή σχεδόν στα πάντα). Τα σπίτια μας αντέχουν καταστροφές (πλην ακραίων περιπτώσεων), τα αυτοκίνητά μας το ίδιο (επίσης, πλην ακραίων περιπτώσεων), έχουμε μέσα για να αντιμετωπίσουμε το κρύο, τη ζέστη, τον πόνο, τις αρρώστιες (για τις ακραίες περιπτώσεις είπαμε, δεν είπαμε;) και την πλειονότητα των απειλών κατά της ζωής μας και της σωματικής μας ακεραιότητας. Εν ολίγοις, ζούμε σε μια γυάλα που μας κρατά ασφαλείς.

Όμως από τη στιγμή που αποφασίζουμε να γραφτούμε σε ένα ντότζο όλα αυτά αλλάζουν. Ο πόνος είναι εκεί από την πρώτη στιγμή, τα συστήματά μας (νευρικό, μυοσκελετικό, αναπνευστικό, κυκλοφορικό ακόμα και πεπτικό) γίνονται άνω κάτω και ο τρόπος που ιεραρχούμε τις προτεραιότητές μας, αλλάζει άρδην: ακόμα και τα σοβαρότερα προβλήματα της καθημερινότητάς σου μπορούν να ξεχαστούν τη στιγμή που ένα κομμάτι ξύλο έρχεται με φόρα προς το κεφάλι σου και το μόνο πράγμα που θα σε σώσει είναι η αστραπιαία μετατόπιση του άθλιου σαρκίου σου μερικά εκατοστά πιο δεξιά ή αριστερά –όσοι δεν κάνουν όπλα, μπορούν να αντικαταστήσουν το παραπάνω αίσθημα με το αίσθημα που έχεις όταν ξεκινάς να πέφτεις από ένα Κάτα Γκουρούμα του Τζούντο.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε την, αναγκαία, σχιζοφρένεια της πρόθεσης να βλάψεις τον άλλον (αν δεν υπάρχει, δε μιλάμε για πολεμικές τέχνες αλλά για RPG) και της απέχθειας προς τη βία (αν δεν υπάρχει, επίσης δε μιλάμε για πολεμικές τέχνες αλλά για καφριλίκι) δεν είναι περίεργο που μέσα σε ένα ντότζο διαμορφώνονται σχέσεις πολύ πιο βαθιές ακόμα και από τις πιο προσωπικές ή κοινωνικές. Καθώς οι εβδομάδες γίνονται μήνες και μετά χρόνια ή δεκαετίες, γνωρίζεις τον συνασκούμενό σου με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από τον τρόπο που γνωρίζεις οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο στη ζωή σου –τον γνωρίζεις ιδρώνοντας, ματώνοντας, χτυπώντας και . πονώντας μαζί του. Και αν αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το αίσθημα του συμπολεμιστή, είναι –ευτυχώς– το κοντινότερό του αντίστοιχο για τους περισσότερους εξ ημών…

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Παραδοσιακά

Δεν ξέρω αν ισχύει μόνο στην Ελλάδα –υποπτεύομαι πως όχι, αν και κατά πάσα πιθανότητα εδώ ισχύει πιο πολύ από ό,τι αλλού– αλλά μια από τις πιο κακοπαθημένες λέξεις της καθημερινότητας όλων μας, πολεμικοτεχνιτών και μη, είναι η παράδοση και τα παράγωγά της. Δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξεις τηλεόραση, ραδιόφωνο ή περιοδικό, δεν υπάρχει περίπτωση να πας σε μαγαζί (από σούπερ μάρκετ μέχρι βιβλιοπωλείο –αν και αυτά τα δύο ενίοτε ταυτίζονται) και δεν υπάρχει περίπτωση να περπατήσεις στον δρόμο και να μην πάρει το μάτι σου ή το αυτί σου τον χαρακτηρισμό «παραδοσιακό», σχεδόν πάντοτε ως ταυτόσημο του «ποιοτικού» ή, έστω, του «ποιοτικότερου», έναντι κάποιου άλλου αντικειμένου το οποίο δεν είναι «παραδοσιακό».

Οι πολεμικές τέχνες δεν αποτελούν εξαίρεση στο φαινόμενο αυτό –και γιατί να αποτελούν εδώ που τα λέμε; Ουκ ολίγες φορές, μια άσκηση, μια τεχνική, ένα κάτα, μια ολόκληρη τέχνη νομιμοποιούνται με τη φράση «έτσι γίνεται παραδοσιακά», ενώ δεν είναι λίγες οι φορές ¬που οι επισκέπτες ενός ντότζο εμφανίζονται με το αίτημα να μάθουν κάτι «παραδοσιακό» ή φεύγουν από το ντότζο επειδή αυτό που διδάσκεται είναι «παραδοσιακό» και αυτοί θέλουν κάτι άλλο κ.λπ. Για κάποιον λόγο, μια «παραδοσιακή» τέχνη (όπως και μια «παραδοσιακή» γραβιέρα άλλωστε) είναι καλύτερη από μια «μη παραδοσιακή»· οι δε ασκούμενοι σε μια τέτοια τέχνη (και, συνεπώς, υπερασπιστές της), θέτουν αυτό της το χαρακτηριστικό ως κύριο επιχείρημα σε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από αυτή.

Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο. Κατ’ αρχάς, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτό που καλείται «παραδοσιακό», δεν έχει τα φόντα να καλείται έτσι –τέχνες όπως το Καράτε, το Αϊκίντο, το Τζούντο ή το Κέντο είναι τόσο φρέσκιες στο κουρμπέτι, που και μόνο ο χαρακτηρισμός κάποιων στιλ ως «παραδοσιακών», μόνο ως αστείο μπορεί να θεωρηθεί. Picture it: Το 1977 (υποπτεύομαι και παλαιότερα, όμως το όριο του γράφοντος είναι κάπου εκεί), το Καράτε του Μιγιάγκι (όχι του Μίστερ, του Τσοτζούν) ήταν παραδοσιακό και το Σότοκαν του Φουνακόσι όχι –εν ολίγοις, ένα Καράτε ηλικίας (τότε) 100 ετών ήταν παραδοσιακό, ενώ ένα καράτε ηλικίας (τότε) 60, δεν ήταν. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, το Σότοκαν του Φουνακόσι είναι παραδοσιακό και το Εντ Πάρκερ Κένπο δεν είναι. Εν ολίγοις, με το που κλείνει κάτι έναν αιώνα ζωής, αυτομάτως χαρακτηρίζεται «παραδοσιακό» –περί αυτού πρόκειται;

Ψυχή βαθιά που έλεγε και η κ. Νένα. Εκατό χρόνια δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουμε κάτι ως παραδοσιακό, ειδικά με τα δεδομένα μακροζωίας της Άπω Ανατολής. Και όταν λέω μακροζωίας, δεν εννοώ μόνο των ανθρώπων –προκειμένου κάτι να χαρακτηριστεί παραδοσιακό, θα πρέπει να αποδειχθεί εμπράκτως ότι η ουσία του έχει καταφέρει να διαρκέσει και να εξελιχθεί κόντρα σε μια πλειάδα αντιξοοτήτων, μια από τις οποίες είναι ο χρόνος όπως αυτός περνάει πάνω από την ίδια την τέχνη. Μ’ άλλα λόγια, μπορεί μια τέχνη να επιζήσει πέρα από μια-δυο γενιές δασκάλων; Λεπτομέρεια: όταν λέμε «γενιές», δεν εννοούμε «σειρές» όπως στον Ελληνικό Στρατό ή στα σχολεία –εννοούμε γενιές 35-40 ετών.

Και άντε και λύσαμε, που λέει ο λόγος, τι εννοούμε όταν αποκαλούμε κάτι παραδοσιακό (κάτι που υπάρχει τουλάχιστον 200-300 χρόνια, έτσι για να συνεννοούμαστε), πώς λύνουμε την ταύτιση της παράδοσης με την ποιότητα; Μια τιμημένη παράδοση (ενάμισι αιώνα, αλλά έχω την εντύπωση ότι δεν πρόκειται να εξαφανιστεί αύριο μεθαύριο, παρά τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις) κάποιων περιοχών του βαθέος νότου των Η.Π.Α., είναι το να βγαίνεις τις νύχτες έξω, φορώντας κάτι λευκές μυτερές κουκούλες και να καις σταυρούς στις αυλές των μαύρων. Επίσης συγκεκριμένες περιοχές διαφόρων χωρών, μηδέ της παρούσης εξαιρουμένης (από ό,τι ακούω), έχουν την τιμημένη παράδοση της καλλιέργειας εκείνου του χορταριού που οι επιστήμονες αποκαλούν Cannabis Sativa, υποείδος Indica –για κάποιον λόγο, παρά την αντοχή τους στον χρόνο, οι συγκεκριμένες παραδόσεις δεν τυγχάνουν καλής φήμης. Γιατί άραγε;

Πιθανότατα, επειδή οι άνθρωποι έκαναν, γκουχ, γκουχ, ανοησίες πάντοτε. Ακόμα και την ηρωική εποχή των σαμουράι, υπήρχαν σχολές ξιφομαχίας που ήταν για τα πανηγύρια (και, ναι, κάποιες από αυτές σώζονται ως σήμερα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η θεωρία του Δαρβίνου δεν είναι 100% σωστή)· όπως είπαμε παραπάνω, αυτό που χαρακτηρίζει την ποιότητα μιας τέχνης, και γενικότερα μιας παράδοσης, είναι η αντοχή της και η εξέλιξή της απέναντι σε μια σειρά δοκιμασιών. Το επιχείρημα «επειδή έτσι γίνεται εδώ και 200 χρόνια, άρα είναι καλό», είναι ατυχές επειδή (α) είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε γίνεται «έτσι» εδώ και 200 χρόνια, και, (β) επειδή οι άνθρωποι πριν από 200 χρόνια δεν ήταν πιο σοφοί από ό,τι είναι σήμερα –οι άνθρωποι που πριν από εκατό χρόνια μας έφεραν το Κέντο, ζούσαν την ίδια εποχή (χώρια που ενίοτε ήταν και οι ίδιοι άνθρωποι) που μας έφερε και τον βιασμό του Νανκίνγκ. Και αν αυτό δε λέει τίποτα για το Κέντο (και όντως δε λέει), λέει πολλά για το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς εκείνους τους ανθρώπους, τι αξία τους δίνουμε και γιατί.

Όλοι οι λαοί δίνουν αξία στις παραδόσεις τους –και καλά κάνουν. Γιατί η παράδοση είναι αυτό που μας συνδέει με τις παλιές εποχές, μας μαθαίνει από πού ερχόμαστε και μας βοηθάει να αντιληφθούμε πού είμαστε και πού θέλουμε να πάμε. Όμως από το σημείο αυτό, μέχρι του σημείου να τη θεωρήσουμε ως την απόλυτη απάντηση για τα πάντα, απαιτείται ένα Κιρκεγκωριανό άλμα το οποίο οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται καν ότι διαπράττουν. Το αστείο είναι, ότι δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθείς –αρκεί να σκεφτείς ότι αυτό που σήμερα είναι «παραδοσιακό», κάποτε δεν ήταν και ότι όταν εμφανίστηκε, οι άνθρωποι το αντιμετώπισαν με τον ίδιο σκεπτικισμό που και εμείς σήμερα αντιμετωπίζουμε τα «μη παραδοσιακά» πράγματα…

...ναι, και αυτό...

Δικαιωματικά

Ο Κώστας είναι από τις συμπαθέστερες περιπτώσεις ανθρώπων που μπορεί κανείς να συναντήσει σε ένα ντότζο. Πάντα φιλικός και ευγενικός, καλλιεργημένος, με χιούμορ, επιμελής ως προς τη μελέτη/προπόνηση και με ένα διαρκές ενδιαφέρον για το παραπέρα της τέχνης, είτε αυτό είναι τεχνικό, είτε θεωρητικό-φιλοσοφικό. Σχεδόν πάντα έμενε και συμμετείχε στα πηγαδάκια μετά την προπόνηση, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι συζητήσεις για κάποια πιθανή (και, πιο συχνά, απίθανη) λεπτομέρεια τραβούσαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες –συνήθως συνοδεία κάποιου καφέ ή κάποιου ποτού. Τον καιρό αυτό ετοιμάζεται για το δεύτερο νταν του και, αν όλα πάνε καλά, θα περάσει, γκχμ-γκχμ, με το σπαθί του· παράλληλα, κλείνει μια δεκαετία ενασχόλησης με το αντικείμενο, ενασχόλησης που περιλαμβάνει και μπόλικο διάβασμα και ψάξιμο στο Ίντερνετ.

Τις προάλλες που είχαμε βγει για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, η κουβέντα έφτασε στις κλασσικές σχολές (κορίου) και πιο συγκεκριμένα στο πώς πάει η ομάδα που έχουμε φτιάξει και μελετάμε υπό την καθοδήγηση ενός πολύ γνωστού ξένου δασκάλου –ο Κώστας δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με τις σχολές αυτές, καίτοι έχει διαβάσει για το ότι υπάρχουν και αντιλαμβάνεται τη θέση τους στην εξέλιξη των ιαπωνικών πολεμικών τεχνών. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι τη στιγμή που του ανέφερα matter-of-factly, ότι αυτή τη στιγμή η ομάδα μας αποτελείται από οκτώ άτομα αλλά ότι ο αριθμός αυτός δε θα παραμείνει, προφανώς, ο ίδιος για πολύ καιρό. Παρεξηγώντας εντελώς την πρόθεσή μου, μου είπε κάτι σε στιλ «Ε, βέβαια, σιγά-σιγά θα πάρετε κι άλλους», για να του απαντήσω, «Όχι, το αντίθετο εννοώ –κάποια στιγμή ο δάσκαλος θα αρχίσει να διώχνει κόσμο».

Συχνά λέμε ότι κάποιος μένει με ανοιχτό το στόμα, όμως σπάνια συμβαίνει κυριολεκτικά –στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη αυτό ακριβώς (ο Κώστας είναι αρκετά εκφραστικός από πλευράς μορφασμών). Και μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιγής, έσκασε η πρώτη ερώτηση: «Γιατί να διώξει; Εννοείς ότι κάποιοι θα τα παρατήσουν». «Όχι, εννοώ ότι κάποιους θα τους διώξει γιατί δεν τραβάνε ή δεν ασκούνται αρκετά ή δεν κάνουν για τη ρίου ή γιατί δε θέλει να τους διδάσκει πλέον –τέτοια πράγματα». «Μα, πώς;» –η αμηχανία ήταν ολοφάνερη– «Θέλω να πω, αφού ξεκίνησαν και συνεχίζουν να ασκούνται, είναι δικαίωμά τους να μείνουν στη σχολή. Δεν το καταλαβαίνω –και δε μου αρέσει καθόλου αυτή η λογική». Και πράγματι, δεν το καταλάβαινε. Και δεν είναι ο μόνος.

Το πρόβλημα του Κώστα –και αρκετών σαν αυτόν– είναι ότι (α) έχει μεγαλώσει σε ένα κοινωνικό σύστημα που διδάσκει ότι εις έκαστος είναι το κέντρο του σύμπαντος άρα έχει δικαιώματα επί παντός επιστητού, ιδιαίτερα αν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που συνοδεύουν τα εκάστοτε δικαιώματα, και, (β) έχει μεγαλώσει (πολεμικοτεχνίτικα) σε ντότζο σύγχρονων μπούντο, τα οποία λειτουργούν κατά πολύ ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Ήτοι, από τη στιγμή που πληρώνω τη συνδρομή μου και έρχομαι τακτικά στο μάθημα, δικαιούμαι –και απαιτώ– τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες. Αν δε, δεν τις έχω, το φάουλ είναι αποκλειστικά από την πλευρά του ατόμου ή του φορέα που παρέχει τις υπηρεσίες, ήτοι του δασκάλου μου. Δεν έχει άδικο, αδέλφια. Όμως το πρόβλημα είναι ότι στις κορίου τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά.

Ο δάσκαλός μου δεν πληρώνεται για να διδάσκει. Δε θέλει να διδάσκει (το θεωρεί τερατωδώς μεγάλη υποχρέωση) και ήδη έχει βγάλει την επόμενη γενιά δασκάλων –συνεπώς έχει κάνει το χρέος του απέναντι στους δασκάλους του (οι οποίοι επίσης δεν πληρώθηκαν για να τον διδάξουν), στη σχολή και στις είκοσι γενιές νεκρών δασκάλων που προηγήθηκαν των δασκάλων του. Εντούτοις, και για κάποιον λόγο που μόνο αυτός γνωρίζει, καβαλάει ένα αεροπλάνο δύο φορές τον χρόνο, κάνει ένα ταξίδι περί τις 10.000 χιλιόμετρα και έρχεται στην Ελλάδα, για να διδάξει σε ένα γκρουπ οκτώ ατόμων, αυτά που έμαθε. Προφανώς του καλύπτουμε τα έξοδά του αλλά η σχέση μας δεν έχει πελατειακή διάσταση. Και ένας λόγος που δεν έχει, είναι ακριβώς για να μπορεί να διδάσκει όποιους, όπως και όποτε θέλει· αν αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα διώξει κάποιους, so be it.

Οι κλασσικές σχολές δεν αποζητούν ευρεία αναγνώριση και δεν ψάχνουν για μαθητές –οι μαθητές τις βρίσκουν και αν μπορούν να γίνουν μέρος τους, έχει καλώς. Αν όχι, πάλι έχει καλώς. Σε ένα από τα πρώτα e-mail που ανταλλάξαμε με τον δάσκαλό μου για το συγκεκριμένο θέμα, η βασική του απαίτηση για τα άτομα που θα απαρτίζουν την ομάδα, ήταν ότι «[they should have] a consuming desire to learn these things», πάει να πει «θα πρέπει να έχουν έναν διακαή πόθο να μάθουν τα πράγματα αυτά». Καθώς οι σχολές αυτές προέρχονται από την εποχή που οι άνθρωποι σκοτώνονταν (στ’ αλήθεια, όχι στο σινεμά), λειτουργούν με βάση μια δαρβινική αντίληψη περί καταλληλότητας: αν σε καίει να μάθεις, θα κάνεις ό,τι χρειαστεί για να μάθεις και άρα θα χαρίσεις στη σχολή περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει. Εσύ ούτως ή άλλως δε θα επιβιώσεις («no one here gets out alive», που έλεγε και ο μακαρίτης), αλλά το ζητούμενο είναι να επιβιώσει η σχολή η οποία είναι κάτι μεγαλύτερο από εσένα –και από εμένα και από τον καθένα.

Παρά τον χρόνο του στα ντότζο, ο Κώστας ακόμα βλέπει τα πράγματα ξεκινώντας από τον εαυτό του. Αν οι πολιτισμοί της Άπω Ανατολής (και οι πολεμικές τέχνες, ως κομμάτι τους) μπορούν να μας διδάξουν ένα πράγμα, αυτό είναι ότι ο εαυτός μας δεν είναι και τόσο σπέσιαλ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Βεβαίως έχουμε δικαιώματα (κάποια) και βεβαίως έχουμε προσωπικότητα (κάποιοι) και βεβαίως καλά κάνουμε και διεκδικούμε αυτά που μας ανήκουν (κάποτε). Όμως καλό είναι να θυμόμαστε που και που ότι αφού καθένας μας είναι το κέντρο του σύμπαντος, δεν υπάρχουν δικαιώματα, δεν υπάρχει προσωπικότητα και δεν υπάρχουν διεκδικήσεις. Το μόνο που υπάρχει είναι η πραγματικότητα –μια πραγματικότητα που στο ντότζο αρχίζει με κάθε bow in και τελειώνει με κάθε bow out…

...για μια ακόμα φορά, πρόκειται για προσωπικές απόψεις και όχι για αυτές του σεμπάι...

Bu(ll)shido

Είναι εντυπωσιακό το πόσο μακριά μπορεί να πάει ένα πράγμα όταν βγει εκτός του πλαισίου αναφοράς του («out of context» που λένε και οι ξένοι), ειδικά μάλιστα αν συμβάλλει στο χτίσιμο φαντασιώσεων. Πάρτε για παράδειγμα το μπουσίντο (武士道), τον «δρόμο των σαμουράι» –στην πραγματικότητα σημαίνει «δρόμος των πολεμιστών» (μπούσι) και η γλωσσολογική διαφορά είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος ή, για την ακρίβεια της παρεξήγησης που ταλανίζει το συγκεκριμένο κόνσεπτ. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι (α) ζούμε κοντά δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ιαπωνία, (β) οι περισσότεροι την ξέρουμε μόνο από τον κινηματογράφο (και δη, από έναν πολύ συγκεκριμένο κινηματογράφο) και, (γ), επειδή είμαστε άνθρωποι, ερμηνεύουμε τα πάντα με βάση αυτά που ξέρουμε.

Ο λόγος που μου ήρθε στον νου το μπουσίντο, είναι επειδή με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, αποτελεί ένα από τα κίνητρα για να ξεκινήσει κανείς να ασχολείται με τις πολεμικές τέχνες. Και δεν εννοώ μόνο τις ένοπλες (που, θεωρητικώς, βρίσκονται πιο κοντά στην κουλτούρα των πολεμιστών της φεουδαρχικής Ιαπωνίας). Ακόμα και σε σχολές άσχετων με το αντικείμενο τεχνών –με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Καράτε, το οποίο δεν είναι καν ιαπωνικό από πλευράς καταγωγής– δεν είναι ασύνηθες να εμφανίζονται άνθρωποι που θέλουν να ξεκινήσουν να ασκούνται, υποκινούμενοι από τους θρύλους περί σαμουράι, ιπποσύνης, ευγένειας στη μάχη κ.λπ. Και το ερώτημα είναι, τι να πει κανείς σ’ αυτούς τους ανθρώπους;

Βεβαίως, το να θέλει κανείς να ασχοληθεί με μια πολεμική τέχνη προσβλέποντας στην πραγμάτωση κάποιων ιδανικών διά της ενασχόλησής του είναι ευγενής στόχος και επ’ ουδενί δεν πρέπει να αποθαρρύνεται –δε ζούμε δα και σε τόσο τέλειες κοινωνίες ώστε να μπορούμε να σνομπάρουμε κάποιον που θέλει να κάνει τον εαυτό του (και, γιατί όχι, τον κόσμο) καλύτερο. Αυτό όμως που προκαλεί κάποια θλίψη είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν συνδέσει ορισμένα ιδανικά με συγκεκριμένες φαντασιώσεις· και αν κανείς αφαιρέσει τη φαντασίωση δε μένει τίποτα. Ας μην ξεχνάμε ότι μια άλλη λέξη για τη «φαντασίωση» είναι «ψέμα» –τι ποιότητα μπορεί να έχει ένα όραμα αν πατάει πάνω σε ένα ψέμα;

Κάποτε στην Ιαπωνία υπήρξαν πολεμιστές. Και οι πολεμιστές αυτοί ήταν όπως όλοι οι άλλοι πολεμιστές σε όλα τα άλλα μήκη και πλάτη της γης: απλοί άνθρωποι που καλούνταν να σκοτώσουν για τους γνωστούς λόγους, προσπαθώντας παράλληλα να μη σκοτωθούν. Όταν το κατάφερναν, μετέφεραν την εμπειρία τους στους συντοπίτες τους και κάπως έτσι γεννήθηκαν οι διάφορες σχολές μαχητικών παραδόσεων. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο· δεν ήταν πιο γενναίοι από τους Βίκινγκς, πιο ικανοί από τους Άραβες που πολεμούσαν στις Σταυροφορίες (ή από τους ίδιους τους σταυροφόρους, εδώ που τα λέμε), πιο επινοητικοί από τους Ρωμαίους λεγεωνάριους ή πιο έμπειροι από τους Λακότα της Βόρειας Αμερικής ή τους Ζουλού του Σάκα. Όπως όλοι οι παραπάνω, ήταν καθημερινοί άνθρωποι που βίωσαν απάνθρωπες καταστάσεις και προσπάθησαν να τις αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Όταν κάποια στιγμή επικράτησε ειρήνη στην Ιαπωνία, οι οικογένειες των πολεμιστών άρχισαν να απολαμβάνουν σοβαρά ευεργετήματα για τη συμμετοχή τους στους πολέμους –υψηλότερα εισοδήματα, δημόσιες θέσεις, συμμετοχή στη διακυβέρνηση κ.λπ. Όμως στην Ιαπωνία, η ειρήνη αυτή κράτησε δυόμιση αιώνες· δυόμιση αιώνες που οι άνθρωποι δεν πολεμούσαν. Και, όπως πάντα συμβαίνει με τους ανθρώπους, όσο περισσότερο δεν πολεμούσαν, τόσο περισσότερο (α) έχαναν τα πολεμικά τους ένστικτα, και, (β) τόσο περισσότερο νοσταλγούσαν τις ένδοξες εποχές του παρελθόντος. Περιττό δε να προσθέσουμε ότι αυτοί που νοσταλγούσαν τους πολέμους ήταν αυτοί που δεν είχαν πολεμήσει· κανένας σώφρων άνθρωπος που είδε από κοντά τι σημαίνει πόλεμος δεν τον νοσταλγεί.

Η πατρότητα του όρου «μπουσίντο» είναι μάλλον ασαφής. Προφανώς οι μπούσι, οι πολεμιστές του ιαπωνικού μεσαίωνα είχαν κάποιες αρχές βάσει των οποίων ζούσαν τη ζωή τους (και πιθανότατα πολεμούσαν τους πολέμους τους), όλοι (λίγο-πολύ) ξέρουμε ότι το μπουσίντο είναι το κύριο θέμα του Χαγκακούρε του Γιαμαμότο Τσουνετόμο και κάποιοι έχουμε ακουστά ότι ο κομφουκιανιστής Γιαμάγκα Σόκο συνέβαλλε αποφασιστικά στην καθιέρωση του όρου. Αυτό που συχνά παραβλέπουμε, είναι ότι τόσο ο Γιαμαμότο, όσο και ο Γιαμάγκα γεννήθηκαν μετά τους πολέμους και στην ουσία δεν είχαν ιδέα για τι πράγμα μιλούσαν. Για τον Νιτόμπε Ινάζο και το Μπουσίντο του που γράφτηκε (α) στα Αγγλικά, και, (β) το 1900, ας μη μιλήσουμε καλύτερα –το πράγμα περιπλέκεται αφάνταστα.

Όμως το πρόβλημα είναι εδώ ακριβώς: ότι το πράγμα είναι αφάνταστα περίπλοκο. Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει σοβαρά για το μπουσίντο (ή για οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό φαινόμενο) αν δεν αντιληφθεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο το φαινόμενο αυτό γεννήθηκε και ωρίμασε. Πάει να πει, ότι για να αντιληφθούμε τι εστί μπουσίντο, χρειάζεται να διαβάσουμε πολλή ιαπωνική ιστορία –και όταν λέμε «πολλή», εννοούμε που να καλύπτει μια περίοδο περίπου οκτώ αιώνων και να λαμβάνει υπόψη πέρα από τη στρατιωτική ιστορία, την οικονομική, την πολιτική, την κοινωνική, την πολιτισμική κ.λπ. κ.λπ. Πόσοι το κάνουμε πριν αποφασίσουμε να υιοθετήσουμε μια έννοια από τον πολιτισμό αυτό;

Όπως έγραψα και παραπάνω, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η όποια ιδέα έχουμε για τους σαμουράι, προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας· τη δυτική και την ιαπωνική και στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη δεν είναι κατ’ ανάγκη πιο έγκυρη από την πρώτη (ο Μισίμα Γιούκιο ήταν Ιάπωνας αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να παρερμηνεύσει πλήρως τις ιδέες των σαμουράι και να επιδοθεί στο όργιο ανοησίας που συνόδευσε τον θάνατό του). Όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα, οι πολεμικές τέχνες είναι κάτι απλό και η ομορφιά τους βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τους την απλότητά τους. Όταν τις επενδύουμε με σπουδαιοφανείς ιδέες τις οποίες στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε, δεν τις ωφελούμε, τις βλάπτουμε· αυτές και όσους θέλουν να τις πλησιάσουν…

...και πάλι, προσωπικές σκέψεις. Αν και συμφωνεί και ο σεμπάι...

Isn’t it romantic?

«Αισθητική στάση που (μεταξύ άλλων) χαρακτηρίζεται από την προβολή της κυριαρχίας του συγκινησιακού στοιχείου πάνω στο λογικό και της φαντασίας πάνω στην κριτική ανάλυση, από τον υπέρμετρο τονισμό του συναισθήματος, του υποκειμενισμού και του αυθορμητισμού και από την τάση φυγής στο ονειρικό, στο εξωτικό, στο παρελθόν και στην παράδοση»· αυτά λέει το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Παπύρου (εξαιρετικό βιβλίο, παρεμπιπτόντως –από αυτά που δεν πρέπει να λείπουν από κανένα σπίτι) αν ανατρέξει κανείς στο λήμμα «ρομαντισμός». Καλός ορισμός, αν και η διατύπωση μαρτυρά μια ελαφρά προκατάληψη (αυτό το «τάση φυγής», παραπέμπει κάπως στο σύνδρομο του Πίτερ Παν, όχι;) ή έστω ένα κλείσιμο του ματιού προς τους πιο αφελείς ρομαντικούς.

Υπάρχουν και άλλοι; Και εν πάση περιπτώσει τι σχέση έχουν όλα αυτά με τις πολεμικές τέχνες –και δη καλοκαιριάτικα; Το Μπούντο Σίτι κατοικείται από σκληρούς άντρες (και γυναίκες βεβαίως, βεβαίως) και ο ρομαντισμός δε βοήθησε κανέναν που βρέθηκε αντιμέτωπος με δεκατέσσερις κακούς οπλισμένους με Ούζι στους δρόμους της άγριας πόλης. Όπως λέει και ο Μονκ, εκεί έξω είναι ζούγκλα και ο μόνος τρόπος επιβίωσης περνάει μέσα από καθημερινή εκπαίδευση κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Το λέει και η λέξη άλλωστε: «πολεμικές» –εκ του «πόλεμος», ήτοι αίμα, δάκρυα και ιδρώτας.

Εντελώς μεταξύ μας, τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς. Όσο και αν η ζωή μας έχει γίνει κάπως πιο ζόρικη από ό,τι ήταν πριν από 20-30 χρόνια, υπάρχουν σαφείς υπόνοιες ότι αρκετοί άνθρωποι επιβιώνουν χωρίς να έχουν ένα Γκλοκ κάτω από το μαξιλάρι τους. Υπάρχουν, ωστόσο, πολύ περισσότεροι άνθρωποι που έχουν την ανάγκη να πιστεύουν σε μια πιο αθώα θεώρηση των πραγμάτων· προφανώς επειδή μας έχει λείψει η αθωότητα της παιδικής μας ηλικίας. Και αυτή ακριβώς η αναζήτηση για την αθωότητα, είναι που φέρνει πολύ (τον περισσότερο;) κόσμο στα ντότζο –το ότι συνήθως είναι μεταμφιεσμένη σε κάτι άλλο μάλλον θα πρέπει να αποδοθεί στο πολυσύνθετο της ανθρώπινης ψυχής.

Σκεφτείτε το λιγάκι σε σχέση με τον ορισμό του λεξικού περί ρομαντισμού: συγκινησιακό στοιχείο και κυριαρχία του επί του λογικού, φαντασία αντί κριτικής ανάλυσης υπέρμετρος τονισμός του συναισθήματος, τάση φυγής στο εξωτικό, το παρελθόν και την παράδοση –όλα αυτά, δε φωνάζουν «σαμουράι» ή «μοναχοί Σαολίν»; Οι περισσότεροι εξ ημών δαπανούμε αρκετές ώρες κάθε εβδομάδα ντυμένοι με ρούχα που δεν έχουν καμία σχέση με το παρόν μας, μιλώντας (ή ψελλίζοντας) γλώσσες που δεν έχουν καμία σχέση με την καθημερινή μας και εκπαιδευόμενοι σε μεθόδους και συστήματα που γεννήθηκαν πριν από αιώνες και που στηρίζονται σε κοσμοθεωρίες και πολιτισμούς που απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα, προετοιμαζόμενοι να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση που δεν εμφανίζεται σχεδόν πότε και που όταν εμφανίζεται, είναι εντελώς διαφορετική. Αν αυτό δεν είναι κυριαρχία του συγκινησιακού στοιχείου επί του λογικού και υπέρμετρος συναισθηματισμός, τι είναι;

Ο άνθρωπος στις μέρες μας έχει ανάγκη να έρθει σε επαφή με μια διάσταση του εαυτού του που έχει ξεχάσει –τη διάσταση που άφησε πίσω του όταν τελείωσε το δημοτικό και μπήκε στο γυμνάσιο. Τότε που οι καλοί ήταν καλοί και κέρδιζαν πάντοτε στο τέλος, οι κακοί ήταν πολύ κακοί και –αναπόφευκτα– έχαναν, οι γονείς μας ήταν νέοι και χωρίς προβλήματα και ο βασικός μας προβληματισμός ήταν το πώς μας κοίταζε η συγκεκριμένη συμμαθήτρια (ναι, εκείνη) την ώρα των θρησκευτικών και το πώς δε θα μας σηκώσουν στον πίνακα για να λύσουμε την εξίσωση. Οι πολεμικές τέχνες μας προσφέρουν έναν δρόμο προς εκείνη την εποχή, αν και μέσω μιας κάπως περίπλοκης διαδρομής· φαίνεται ότι ο δρόμος για την Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 περνάει από τη Σεκιγκαχάρα και στρίβει στα όρη Βουτάν.

Βεβαίως για να έχεις το κεφάλι στα σύννεφα, πρέπει τα πόδια σου να πατάνε καλά στη γη που έλεγε και ο άλλος. Πάει να πει, είναι καλό να έχουμε πάντα κατά νου ότι ο κόσμος είναι γεμάτος αληταράδες που ως κύριό τους μέλημα έχουν το πώς να εκμεταλλευθούν τον ρομαντισμό αυτόν. Η διαστρέβλωση του πολιτισμού της τιμής των σαμουράι της περιόδου Καμακούρα οδήγησε σε χιλιάδες κτηνωδίες στον Πόλεμο του Ειρηνικού και, σε μικρότερη κλίμακα, σχεδόν όλα τα ντότζο κρύβουν στα ντουλάπια τους μια συλλογή από σκελετούς σωματικής και πνευματικής κακοποίησης, απότοκο της παραποίησης ιδεών και εννοιών και της χρήσης τους για ικανοποίηση των ταπεινότερων ελατηρίων. Για να μη συζητήσουμε για τις αθώες παρεξηγήσεις που οφείλονται σε έλλειψη γνώσεων ή, πολύ συχνά, στον ίδιο αυτό ρομαντισμό που οδήγησε κι εμάς στα τατάμι και τα παρκέ –αθώες μεν, αλλά εξίσου ικανές να τσακίσουν την οποιαδήποτε δική μας αθωότητα (οξύμωρο, ε;)

Στη βάση τους, οι πολεμικές τέχνες έχουν μια συγκλονιστική απλότητα· δε θα μπορούσαν να μην την έχουν καθώς γεννήθηκαν από την ανάγκη για επιβίωση. Και αυτή η απλότητα, αν τη δει κανείς καθαρή από τις διάφορες επιστρώσεις που μπήκαν ανά τους αιώνες και που συνεχίζουν να μπαίνουν από εμάς τους ίδιους, είναι πολύ κοντά στην αθωότητα που πολλοί από εμάς αναζητούμε. Αν θέλουμε να θρέψουμε τον ρομαντισμό που μας οδήγησε στην πόρτα του ντότζο, θα πρέπει κατ’ αρχάς να τον αποδεχτούμε και κατά δεύτερο να αναγνωρίσουμε τη ρεαλιστική του βάση. Κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν αδικούμε την ίδια την τέχνη, δεν αδικούμε τον εαυτό μας και δεν αδικούμε τις ώρες που περνάμε στο ντότζο και τον ιδρώτα που χύνουμε. Αν δε, υπάρχει μια ελπίδα να τη βγάλουμε καθαρή σε μια πραγματική συμπλοκή, μια τέτοια αποδοχή ίσως αποδειχθεί το μυστικό μας όπλο…

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Δείγμα δωρεάν

Ο δάσκαλος έλειπε, οπότε ο σεμπάι είχε αναλάβει το –βαρετό– καθήκον της υποδοχής των επισκεπτών –για κάποιον λόγο, οι σχολές πολεμικών τεχνών, ακόμα και όταν έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν, θεωρούν ότι το να υπάρχει κάτι σαν μόνιμος ρεσεψιονίστ μειώνει την ουσία του μπούντο (από μια μεριά, βεβαίως, έχουν δίκιο, όμως δε βρισκόμαστε στην Ιαπωνία του 16ου αιώνα οπότε ίσως θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν). Όπως και να ‘χει, στις καρέκλες των επισκεπτών κάθονταν δύο νεαροί οι οποίοι περίμεναν να τελειώσει η προπόνηση και να κάνουν τις ερωτήσεις τους σχετικά με τη ζωή, το ντότζο και τα πάντα.

Η προπόνηση τελείωσε, κάποιοι όδευσαν προς τα αποδυτήρια, κάποιοι άλλοι έμειναν να μελετήσουν λίγο μέχρι να αρχίσει το επόμενο μάθημα και ο σεμπάι πήγε προς το μέρος των νεαρών για να απαντήσει για μια ακόμα φορά στις γνωστές ερωτήσεις (πότε θα πάρω μαύρη ζώνη, πόσα θα πληρώνω τον μήνα, πόσο αποτελεσματικά είναι όλα αυτά κ.λπ.). Οι δύο νεαροί, ωστόσο, είχαν μια ακόμα ερώτηση την οποία πλέον κάνει αρκετός κόσμος: δίνει το ντότζο την επιλογή να κάνουμε κάποιο μάθημα δωρεάν για να πάρουμε μια ιδέα σχετικά με την τέχνη;

Η συγκεκριμένη ερώτηση κάνει τον σεμπάι (και αρκετούς ακόμα πολεμικοτεχνίτες) έξω φρενών –δεν πρόκειται περί εντυπώσεως · φαίνεται από τον τρόπο που απαντάει πάντοτε όταν τον ρωτούν. Και δικαίως, καθώς οι άνθρωποι που ρωτούν κάτι τέτοιο, δεν αντιλαμβάνονται πόσο ανόητη ακούγεται μια τέτοια απαίτηση στο πλαίσιο μιας πολεμικής τέχνης ή, εδώ που τα λέμε, οποιασδήποτε ενασχόλησης. Κρίνοντας από τα μούτρα που έφτιαξαν, οι δύο νεαροί περίμεναν ένα στεγνό «ναι» ή «όχι» αντί για το λογύδριο που υπέστησαν. Όμως η πραγματικότητα είναι αυτή ακριβώς και συνοψίζεται στη φράση «Τι ακριβώς περιμένεις να καταλάβεις μέσα σε μια ώρα;»

Δεν είναι μυστικό ότι οι κοινωνίες μας στηρίζονται στις εμπορικές σχέσεις. Και δεν είναι μυστικό ότι σχεδόν κάθε επιχείρηση, προκειμένου να προσελκύσει πελάτες, προσφέρει κάποιο δωρεάν δείγμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών της, δίνοντας έτσι στον υποψήφιο πελάτη την ποιότητα αυτού που παρέχει. Το πρόβλημα στις πολεμικές τέχνες, ωστόσο, είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει δωρεάν δείγμα, καθώς αυτό που βλέπει κανείς την πρώτη του ώρα προπόνησης, δεν έχει την παραμικρή σχέση με (α) αυτό που θα δει π.χ. την χιλιοστή του ώρα προπόνησης, και, (β) με την ουσία της τέχνης.

Ας το δούμε πρακτικά: οποιαδήποτε ικανότητα, απαιτεί ένα μίνιμουμ αριθμό ωρών εξάσκησης προκειμένου να εγγραφεί στον νου και το σώμα του ενασχολούμενου. Αν πρόκειται για μια σχετικά απλή ικανότητα (όπως είναι για παράδειγμα η οδήγηση ενός οχήματος), αυτός ο μίνιμουμ αριθμός είναι 50 ώρες. Αν πρόκειται για κάτι πιο σύνθετο (νευροχειρουργική, ας πούμε –και μιλάμε εδώ μόνο για το δεξιοτεχνικό μέρος) ο μίνιμουμ αριθμός ανεβαίνει στις αρκετές εκατοντάδες ώρες. Και αν πρόκειται για ένα σύνολο σωματικών ικανοτήτων εφαρμοσμένων σε κάθε συνθήκη της καθημερινής ζωής –στην πραγματικότητα ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο κίνησης, στάσης, αναπνοής και αντίδρασης– όπως είναι μια πολεμική τέχνη, ο μίνιμουμ αριθμός ξεπερνάει, ίσως, τις χίλιες ώρες.

Αν στα παραπάνω, προσθέσουμε και μια σειρά από συμπληρωματικές γνώσεις που είτε συμβάλλουν στην εκμάθηση των συγκεκριμένων ικανοτήτων, είτε απλώς τις συνοδεύουν ως πολιτισμικές αποσκευές, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι προκειμένου να αποκτήσει κανείς μια εικόνα για το τι είναι μια πολεμική τέχνη και για το αν του ταιριάζει, θα πρέπει να δεσμευθεί απέναντι στον εαυτό του (και, προφανώς, απέναντι στο ντότζο, όμως η δέσμευση απέναντι στον εαυτό του είναι αυτή που πονάει περισσότερο) για ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών. Και όταν λέμε «τριών μηνών», δεν εννοούμε με ενασχόληση μιας ώρας την εβδομάδα αλλά με ενασχόληση τουλάχιστον δύο ωρών την ημέρα. Έτσι, για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Η πλειονότητα των ανθρώπων που εμφανίζονται στα ντότζο και ζητούν από τους υπεύθυνους δείγμα δωρεάν, δεν έχουν καθίσει ποτέ να σκεφτούν πόσο σύνθετο ζήτημα είναι μια πολεμική τέχνη, ούτε σε τι περιπέτεια βάζουν τον νου και το σώμα τους όταν αποφασίζουν να την ξεκινήσουν –όλα αυτά βεβαίως αφορούν τους ανθρώπους που δεν έχουν ασχοληθεί ξανά με τις πολεμικές τέχνες, έτσι; Όλοι ξέρουμε ότι κάποιος που έχει εμπειρία, μπορεί να αντιληφθεί πολύ πιο γρήγορα αρκετά στοιχεία μιας καινούριας τέχνης, ειδικά αν προέρχεται από την ίδια παράδοση με κάτι που έχει ήδη κάνει. Είτε αρέσει αυτό στους νεοεισερχόμενους στον χώρο, είτε όχι, οι πολεμικές τέχνες από πολλές απόψεις δεν είναι ακριβώς μια οποιαδήποτε υπηρεσία και μια οποιαδήποτε ενασχόληση.

Το πρώτο μας μάθημα σε μια ξένη γλώσσα, η πρώτη φορά που ανεβαίνουμε σε ένα ποδήλατο, η πρώτη φορά που κάνουμε σεξ ή η πρώτη εικόνα που αποκομίζουμε από μια ξένη χώρα μόλις προσγειωθούμε στο αεροδρόμιό της, δε μας λένε τίποτα για αυτό που θα επακολουθήσει. Το ίδιο ισχύει και στο μπούντο: αν έχουμε την απαίτηση η πολεμική τέχνη να μας δείξει κάτι από τον εαυτό της, αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να της δείξουμε κάτι και από τον δικό μας –αυτό απαιτεί η στοιχειώδης κοσμική δικαιοσύνη. Ο εγωκεντρικός πολιτισμός μας, μας έχει κάνει να φερόμαστε σαν όλοι να μας χρωστάνε, όμως η αλήθεια είναι ότι μέσα σε ένα ντότζο που σέβεται τον εαυτό του, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Το δωρεάν δείγμα δεν μας λέει τίποτα για την τέχνη· το να το ζητάμε, ωστόσο, ίσως μας λέει κάτι για τον εαυτό μας…

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Semper Fi

Πολλά μπορεί να πει κανείς για τη χρήση της τηλεόρασης (της ελληνικής αλλά κατ’ επέκταση και οποιασδήποτε άλλης) ως μέσου εκπαίδευσης –πολλά, που σε γενικές γραμμές θα τα κόψει η λογοκρισία ακόμα και ενός φιλελεύθερου περιοδικού όπως αυτό που διαβάζετε. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, η τηλεόραση είναι ψυχαγωγία και δη ψυχαγωγία για το ευρύ κοινό· και λέγοντας ευρύ, εννοούμε συνήθως τους ανθρώπους που συγκαταλέγονται στο χαμηλότερο τμήμα της κοινωνίας από πλευράς παιδείας, προβληματισμού, βάθους κ.λπ. Μπορεί από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η τηλεόραση να αποτελεί μια από τις βασικές κοινές εμπειρίες των μελών των κοινωνιών μας, όμως το να τη θεωρήσει κανείς αξιόπιστη ως σημείο αναφοράς είναι, επιεικώς, παρακινδυνευμένο.

Παρ’ όλα αυτά, μερικές φορές είναι χρήσιμη –ειδικά αν ξέρει κανείς πού να σταματήσει. Πάρτε για παράδειγμα το ριάλιτι σόου-ντοκιμαντέρ «Human Weapon» του αμερικανικού καναλιού History Channel (ναι, ναι, είναι εταιρεία στην οποία συμμετέχει και η Disney, πάμε παρακάτω). Για όσους δεν την έχουν δει, το κόνσεπτ της εκπομπής είναι αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «πολεμικοτεχνίτικος τουρισμός»: δύο συμπαθείς κύριοι, γυρνούν ανά την υφήλιο και παρουσιάζουν (θεωρητικώς εκ των έσω) τις πολεμικές τέχνες/μαχητικά συστήματα της κάθε περιοχής ενώ με τη βοήθεια γραφικών μέσω υπολογιστή αποπειρώνται να δείξουν πώς λειτουργούν ορισμένες χαρακτηριστικές τεχνικές του συστήματος. Ως τώρα έχουν περάσει από την Ιαπωνία, την Κορέα, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες, την Ελλάδα (!), τη Γαλλία, το Ισραήλ, τις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Καμπότζη, τις Φιλιππίνες και τη Μαλαισία και υποπτεύομαι ότι στο μέλλον θα καλύψουν και άλλες –η μεγάλη απεργία των σεναριογράφων τον χειμώνα που πέρασε έφερε τούμπα το πρόγραμμα της αμερικανικής τηλεόρασης οπότε δεν είμαι σίγουρος για το μέλλον της εκπομπής.

Αυτά τα ολίγα γενικά. Το ειδικά που είχα κατά νου, και το οποίο άπτεται της συζήτησης περί «ρεαλισμού» στις πολεμικές τέχνες, σχετίζεται με το επεισόδιο της σειράς που είχε ως αντικείμενο το MCMAP, το πρόγραμμα πολεμικών τεχνών των Αμερικανών πεζοναυτών. Οι δύο παρουσιαστές πηγαίνουν στη βάση πεζοναυτών Κουάντικο στη Βιρτζίνια και περνούν μερικές ημέρες ασκούμενοι μαζί με τους πεζοναύτες, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα μάχης εκ του συστάδην του συγκεκριμένου στρατιωτικού κλάδου. Όπως συνήθως συμβαίνει με τη σειρά, οι παρουσιαστές καταλήγουν να αναμετρηθούν με κάποιους από τους πραγματικούς ασκούμενους (και καλά, το χάιλαϊτ της κάθε εκπομπής)· παράλληλα, κατά τη διάρκεια της «εκπαίδευσής» τους μεταφέρουν τις απόψεις και το «άρωμα» της κάθε τέχνης.

Το έγραψα και παραπάνω: δεν πιστεύω ότι η τηλεόραση είναι σοβαρό μέσο ή, εν πάση περιπτώσει, δεν πιστεύω ότι μπορεί να λειτουργήσει σοβαρά ως επιχείρημα. Ωστόσο, θα πρότεινα το συγκεκριμένο επεισόδιο σε όλους εκείνους που απεραντολογούν περί λειτουργικότητας των πολεμικών τεχνών, περί ρεαλιστικής προπόνησης κ.λπ. Ασχέτως των όποιων διαφωνιών μπορεί να έχει κάθε σώφρων άνθρωπος με την πολιτική του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι άνθρωποι αυτοί πολεμούν τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο εδώ και διακόσια τόσα χρόνια. Έχουν πολεμήσει σχεδόν σε όλον τον κόσμο, χρησιμοποιώντας σχεδόν όλα τα όπλα που υπάρχουν και έχουν δημιουργήσει μια τεράστια δεξαμενή γνώσης σχετικά με τι «δουλεύει» και τι όχι. Παράλληλα (και αυτό είναι το σημαντικό), εκπαιδεύονται για να πολεμούν και η εκπαίδευσή τους αντικατοπτρίζει αυτήν ακριβώς την προοπτική.

Όπως είναι αναμενόμενο, το σύστημά τους, το οποίο συνεχίζει να εξελίσσεται, χρησιμοποιεί στοιχεία από δύο-τρία συστήματα καράτε, από ένα-δύο συστήματα πάλης και από διάφορα συστήματα μάχης με μικρά και/ή αυτοσχέδια όπλα –οι οπλολόγοι εξ υμών δεν πρόκειται να μάθουν κάτι το συναρπαστικό. Αυτό όμως που είναι συναρπαστικό, είναι η νοοτροπία εκπαίδευσης/εξάσκησης. Μη γελιόμαστε φίλες και φίλοι, κανείς μας δεν προπονείται έτσι· τουλάχιστον όχι για πολύ και σίγουρα όχι με τους ίδιους στόχους. Και είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο συνδυασμός ψυχολογικής πίεσης, σωματικής καταπόνησης και πολυπλοκότητας των συνθηκών συμπλοκής (στο μέτρο που προσομοιώνονται κατά την εκπαίδευση), θα έβγαζε εκτός, γκχμ, γκχμ, μάχης ακόμα και τους πιο προπονημένους εξ ημών.

Για τον γράφοντα, όλη η ουσία της συγκεκριμένης εκπομπής (σε σχέση με το θέμα του ρεαλισμού στις πολεμικές τέχνες) συνοψίζεται σε μια φράση ενός από τους εκπαιδευτές των πεζοναυτών, όταν απαντάει κάποια σχετική ερώτηση των παρουσιαστών: «Αν με βάλετε σε ένα ρινγκ με τον Ράντι Κουτίρ, πιθανότατα θα μου κόψει τον κώλο («he’ll probably kick my ass»). Αν όμως φέρετε τον Ράντι Κουτίρ να παλέψουμε στο δικό μου τερέν, είναι πολύ πιθανό να τον σκοτώσω» –βλέπει κανείς τη διαφορά; Ο ένας μιλάει για ξύλο και ο άλλος μιλάει για θάνατο. Χρειάζεται να φλυαρήσουμε πολύ ακόμα για το ποιος είναι ο πιο σκληρός mf από τους δύο;

Βεβαίως η πραγματικότητα είναι ό,τι επιλέγουμε να είναι. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Ράντι Κουτίρ δε θα πάει να πολεμήσει στην έρημο του Ιράκ και είμαι σχεδόν εξίσου βέβαιος ότι ο εκπαιδευτής των πεζοναυτών δε θα μπει ποτέ σε κλουβί. Τέλος, είμαι απολύτως βέβαιος ότι αναλόγως των περιστάσεων, και οι δύο μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ, απέναντι σε έναν μεθυσμένο που θέλει να αποδείξει πόσο σκληρός είναι. Στο μέτρο που καθένας από εμάς γνωρίζει την πραγματικότητά του, γνωρίζει και τι χρειάζεται να ξέρει για να μπορεί να περπατάει σίγουρος στον δρόμο. Το ζουμί της ιστορίας, παρ’ όλα αυτά, είναι άλλο: Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που μαθαίνουν να σκοτώνουν (με τα χέρια τους ή με ότι βρεθεί σ’ αυτά) επειδή έτσι βγάζουν το ψωμί τους. Ας είμαστε λοιπόν κάπως φειδωλοί όταν συζητάμε (ή, ακόμα χειρότερα, όταν περηφανευόμαστε) για την άσκησή μας και για ποιον λόγο την κάνουμε…

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...