Saturday, March 5, 2011

Ου γαρ έρχεται μόνον

Ο νεαρός συνάδελφος (συνασκούμενος κ.λπ.), ένας από αυτούς που συνήθως αποκαλούμε «ακρίδες» (οι άνω των 35 καταλαβαίνουν γιατί –οι υπόλοιποι, ας επισκεφθούν ένα καλό DVDάδικο με εισαγωγές από τις Η.Π.Α.) έδινε την εντύπωση ότι αν τον έπιανες από τη μύτη θα έσκαγε. Είχε πλησιάσει το πηγαδάκι των καπνιστών για να αλιεύσει ψήγματα σοφίας περί αυτοάμυνας και αντ’ αυτών είχε εισπράξει γέλια, πειράγματα και τις συνήθεις παροτρύνσεις να αγοράσει κάνα όπλο και να μάθει να το χρησιμοποιεί –μπανάλ, αλλά τι να κάνεις; Παραφράζοντας το γνωστό ανέκδοτο, δεν είμαστε εμείς ρατσιστές, αυτοί είναι αρχάριοι. Κάποια στιγμή, όταν η συζήτηση είχε εκτραπεί για τα καλά στην περιοχή της σύγκρισης μεταξύ ενός 9αριού Γκλοκ και ενός 40αριού Σιγκ-Σάουερ, ο νεαρός άρχισε να ωρύεται «Όταν ήρθα να γραφτώ στο ντότζο, εσείς οι ίδιοι μου λέγατε ότι οι πολεμικές τέχνες ωφελούν. Τελικά σε τι ωφελούν;»

«Στα πράγματα που μετράνε στ’ αλήθεια», απάντησε ο σεμπάι. Και πριν ο πιτσιρικάς συνεχίσει το μπαράζ των ερωτήσεων (το γνωστό εκνευριστικό χαρακτηριστικό των πιτσιρικάδων), του έσκασε το παραμύθι του Σουγκάνο σενσέι, ενός δασκάλου αϊκίντο που είχε επισκεφθεί την Ελλάδα πριν από δυο-τρία χρόνια. Ο Σουγκάνο Σεΐτσι είναι ένας από τους πιο διάσημους σίχαν (υψηλόβαθμους-εκπαιδευτές) της οργάνωσης Αϊκικάι, μαθητής του ιδρυτή του αϊκίντο Μοριχέι Ουεσίμπα και συν-αρχί-εκπαιδευτής μαζί με τον Γιαμάντα Γιοσιμίτσου στο Αϊκικάι της Νέας Υόρκης, μιας από τις παλιότερες και σημαντικότερες σχολές αϊκίντο εκτός Ιαπωνίας. Αισίως πλησιάζει τα 70 (είναι 67 σήμερα) όμως ταξιδεύει πολύ συχνά εντός και εκτός Η.Π.Α. για σεμινάρια –το αϊκίντο του είναι εξαιρετικό και λόγω σχέσης με την ευρωπαϊκή ξιφασκία, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίληψη για τη χρήση των όπλων στο αϊκίντο.

«Τι σχέση έχουν όλα αυτά;» εξανέστη ο ακρίδας. «Εγώ ρώταγα τι θα με ωφελήσουν οι πολεμικές τέχνες». Ο σεμπάι αναστέναξε με τον γνωστό μορφασμό όλων των μεγάλων όταν προσπαθούν να συνεννοηθούν με τους μικρότερους και του έσκασε το παραμύθι. Ο Σουγκάνο σενσέι βλέπετε, τα τελευταία τρία χρόνια ζει τη ζωή του και κάνει το αϊκίντο του με ένα πόδι, συνέπεια κάποιας επιπλοκής του διαβήτη. Και το εντυπωσιακό είναι ότι αν εξαιρέσουμε ότι δεν μπορεί να καθίσει σέιζα, θα πρέπει να προσπαθήσει κανείς πολύ να καταλάβει ποιο είναι το κομμένο πόδι –αν ξέρει ότι το ένα από τα δύο είναι κομμένο και μάλιστα από το γόνατο και κάτω. Το αϊκίντο του δεν υποφέρει καθόλου, η κίνησή του είναι μια χαρά (συχνά και χωρίς μπαστούνι) και όπως λέει και ο ίδιος, είχε ολοκληρώσει την αποκατάστασή του, περίπου τρεις μήνες μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του. Χωρίς φυσικοθεραπεία.

Πριν ο νεαρός πει οτιδήποτε, ο σεμπάι του έκανε ρελάνς με τον Σαγκάουα Χακούο σενσέι, ιάιντο χάνσι 9 νταν, κέντο κιόσι 8 νταν. Ο Σαγκάουα σενσέι πέθανε στην τρυφερή ηλικία των 87 ετών, έχοντας φτάσει σχεδόν όσο πιο ψηλά μπορεί να φτάσει κανείς στις σύγχρονες τέχνες του ξίφους. Αυτό που τον κάνει αξιομνημόνευτο –γενικώς αλλά και στο συγκεκριμένο κόντεξτ ειδικώς– είναι ότι έναν μήνα πριν τον θάνατό του, είχε ταξιδέψει στις Βρυξέλλες για ένα μεγάλο σεμινάριο ιάιντο (του οποίου βεβαίως ήταν επικεφαλής) και όσοι τον είχαν δει, είχαν μείνει κόκαλο όχι μόνο από τη ζωτικότητά του αλλά και από το σωματική του κατάσταση –τα χέρια του ειδικά ήταν χέρια καλά γυμνασμένου 30άρη.

Με ελαφρώς κομμένο τον αέρα, ο πιτσιρικάς ξεστόμισε τελικά ένα «Δηλαδή η ωφέλεια είναι τα καλά γεράματα;», για να του έρθει κατακούτελα ένα «Δηλαδή αυτό το θεωρείς λίγο;» Η αλήθεια είναι ότι, καθώς ο μέσος ηλικίας όρος αυτών που ξεκινούν τις πολεμικές τέχνες είναι τα 20-κάτι, πολύ λίγοι αντιλαμβάνονται ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι τους οποίους θα κληθούν κάποτε να αντιμετωπίσουν. Ένας τσαμπουκάς «στον δρόμο» (που θα ‘λεγε και ο Λοΐζος) μπορεί να συμβεί ή μπορεί και να μη συμβεί, το ίδιο και μια διάρρηξη στο σπίτι ή μια απόπειρα βιασμού. Αυτό όμως που θα συμβεί εξάπαντος, εκτός αν κανείς έχει το τέλος του Τζέιμς Ντιν, του Τζιμ Μόρισον και άλλων κάλτσουρλ άικονς (άλα τις) είναι το μεγάλωμα και ό,τι αυτό σέρνει μαζί του –ήτοι, τη φθορά του σώματος. Φαίνεται απλό; Ο Βούδας φρίκαρε τόσο πολύ όταν το συνειδητοποίησε που έκατσε κι έφτιαξε ολόκληρο σύστημα σκέψης/θρησκεία για να δει πώς μπορεί κανείς να το αντιμετωπίσει.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα (και ταυτόχρονα μειονέκτημα) των νεότερων είναι ότι δεν μπορούν να σκεφτούν σαν μεγαλύτεροι. Όμως αντίθετα από ό,τι πιστεύουν, τα χρόνια περνάνε και το σώμα αρχίζει να φθίνει (το ίδιο και το μυαλό, όμως αυτό είναι άλλο, πολύ μεγάλο ζήτημα –παρεμπιπτόντως και εδώ οι πολεμικές τέχνες έχουν κάτι να προτείνουν). Κάποιος που ασκείται στις πολεμικές τέχνες σοβαρά και χωρίς ακρότητες –ή έστω, με κάποιες ακρότητες– αυξάνει τις πιθανότητές του να γεράσει καλά, γεγονός κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο, καθώς το «γεράσει» καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της συνειδητής μας ζωής αφού αρχίζει –περίπου– από τα 35 και φτάνει –περίπου– μέχρι τα 80. Τα περιβόητα «νιάτα» δεν είναι παρά ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού που διαρκεί, γκρόσο μόντο, από τα 18 ως τα 35 και αν λάβουμε υπόψη ότι συνήθως οι περισσότεροι το περνούν σπουδάζοντας και προσπαθώντας να συνειδητοποιηθούν υπαρξιακά, συναισθηματικά ή επαγγελματικά, τελικά αυτό που μένει είναι μια ενήλικη φάση που κρατάει πολύ και που μπορεί να γίνει πολύ, πολύ άχαρη. Λίγα πράγματα μπορούν να κάνουν τη φάση αυτή πιο εύκολη και ένα από αυτά είναι ένα σώμα που να τον υπακούει και που να λειτουργεί σωστά.

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Μαύρα πανιά

Για τους Αμερικανούς, ο Νοέμβρης είναι ο μήνας της ημέρας των Ευχαριστιών. Για τον πολύ κόσμο, είναι ο μήνας που προηγείται των Χριστουγέννων. Για το ντότζο μας, είναι ο μήνας των εξετάσεων για νταν, –όπως στα περισσότερα ντότζο, οι εξετάσεις για νταν είναι μια φορά τον χρόνο και –όπως στα περισσότερα ντότζο– η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη από ένα ανάμεικτο συναίσθημα άγχους και χαράς. Οι νεότεροι περιμένουν τις εξετάσεις πώς και τι για να δουν επιτέλους ποιο είναι αυτό το rite of passage για το οποίο τόσα έχουν ακούσει, οι παλαιότεροι περιμένουν τις εξετάσεις για να δουν παλιούς συνασκούμενους που θα έρθουν για να βοηθήσουν και (κυρίως) να κουτσομπολέψουν αυτούς που εξετάζονται και, τέλος, οι προς εξέταση για να φορέσουν την περιβόητη μαύρη ζώνη για την οποία παλεύουν τόσα χρόνια –μην κοροϊδευόμαστε, δεν υπάρχει άνθρωπος που να πήρε μαύρη ζώνη και να μην αισθάνθηκε κάπως, έστω και αν το κάπως εξατμίστηκε μετά από μερικές μέρες.

Όπως κάθε χρόνο, ο σεμπάι παραμένει λιγομίλητος την περίοδο αυτή. Όντας μέλος της εξεταστικής επιτροπής προσπαθεί να βοηθήσει αυτούς που θα εξεταστούν ώστε να δείξουν αυτά που θα δείξουν όσο καλύτερα μπορούν, όμως όσοι ξέρουν, βλέπουν ότι διαφέρει από τον κλασσικό φλύαρο εαυτό του. Όσοι πρόκειται να εξεταστούν δε δίνουν και μεγάλη σημασία –το άγχος τους έχει χτυπήσει κόκκινα και δεν προσέχουν παρά ελάχιστα πράγματα πέρα από την εξέτασή τους– όμως αυτοί που βρίσκονται στα μικρά κίου (και που απέχουν αρκετά ώστε να μπορούν να βλέπουν τις εξετάσεις απλώς ως χάπενινγκ) παραξενεύτηκαν και τις προάλλες ένας από αυτούς άνοιξε τη συζήτηση μετά την προπόνηση. Το ερώτημα ήταν «Έχεις κάποιο πρόβλημα με τις εξετάσεις;» όμως αυτός που ρώτησε μάλλον δεν περίμενε την απάντηση που πήρε. Η απάντηση ήταν «Εγώ όχι. Οι εξεταζόμενοι θα έχουν –αν περάσουν».

Όλοι ξέρουν ότι στον κόσμο μας η μαύρη ζώνη έχει πάρει διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που είχαν στον νου τους οι εγκέφαλοι του Κόντοκαν όταν την καθιέρωσαν και από αυτές που έχει ακόμα και σήμερα στην Ιαπωνία. Για μια σειρά από λόγους, κυρίως πρακτικούς, οι συγκεκριμένες εξετάσεις έχουν αποκτήσει μια βαρύτητα δυσανάλογη προς το πραγματικό τους αντίκρισμα, αν και εδώ που τα λέμε, αν λάβει κανείς υπόψη ότι κατά μέσο όρο το πρώτο νταν έρχεται στα πέντε χρόνια (στο ίδιο χρονικό διάστημα στην Ιαπωνία, οι ασκούμενοι είναι γύρω στο τρίτο νταν), ίσως τελικά το αντίκρισμα να είναι δικαίως μεγάλο –εν τέλει, αυτό που μετράει είναι ο όγκος της προπόνησης που έχεις καταθέσει για να φτάσεις εκεί, άσχετα από το αν το «εκεί» είναι το πρώτο ή το τρίτο νταν. Σε κάθε περίπτωση, η μαύρη ζώνη είναι σημαντικό θέμα για τον μικρόκοσμο του ντότζο, όμως οι φρέσκοι κάτοχοί τους θεωρούν ότι το θέμα λήγει με τις εξετάσεις.

Το πόιντ του σεμπάι ήταν ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Περνώντας τις εξετάσεις για μαύρη ζώνη, γίνεσαι μαύρη ζώνη και άρα όλοι περιμένουν να είσαι μαύρη ζώνη. Περιμένουν να είσαι μαύρη ζώνη την ώρα της προπόνησης, που σημαίνει ότι πρέπει να κάνεις τα πάντα καλύτερα από όλους όσους δεν είναι μαύρη ζώνη, να έχεις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις των αρχαρίων, να μην κάνεις λάθη, να συμμετέχεις στα σεμινάρια, να κάνεις τον παρτενέρ σε όποιον θέλει να δώσει εξετάσεις, να κάνεις το μάθημα όταν δεν είναι κανείς άλλος τριγύρω, να κάνεις τη γραμματέα του ντότζο όταν κάποιος ζητάει πληροφορίες, να ξέρεις την ιστορία της τέχνης και την εξέλιξή της, να εξασκείσαι περισσότερο από τους άλλους –εν ολίγοις να προσωποποιείς αυτό που όλοι θεωρούν ότι είναι μια μαύρη ζώνη. Και, ακριβώς επειδή η μαύρη ζώνη έχει διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που θα έπρεπε, όλοι περιμένουν πολλά.

Το πρόβλημα δε σταματάει στο ντότζο. Ο κύκλος σου περιμένει να είσαι μαύρη ζώνη –διότι είπαμε, η μαύρη ζώνη είναι «σημαντικό θέμα»– σε όλες σου τις κοινωνικές συναναστροφές και σε όλη σου τη ζωή. Ξαφνικά, καλείσαι να πραγματώσεις όλα τα στερεότυπα για τον άνθρωπο των πολεμικών τεχνών, να είσαι ψύχραιμος, να μπορείς να βγάλεις το φίδι από την τρύπα οποτεδήποτε κάποιος πάει να απειλήσει οποιονδήποτε φίλο, γνωστό ή συγγενή σου, να είσαι υγιής, να έχεις βαθιές επιγνώσεις επί παντός του επιστητού, να μπορείς και να θες ανά πάσα στιγμή να απαντήσεις σε κάθε ερώτηση όχι μόνο γύρω από την τέχνη σου αλλά και γύρω από οποιαδήποτε άλλη (διότι πώς να εξηγήσεις σε αυτόν που δεν ξέρει ότι άλλο το Κέντο και άλλο το «Κουνγκ Φου» του Μπρους Λι –θου Κύριε!). Και αν όλα αυτά ακούγονται άσχημα, το μεγαλύτερο μανίκι είναι ότι δεν καλείσαι να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των άλλων μόνο. Τις ίδιες (αν όχι μεγαλύτερες) απαιτήσεις έχεις και από τον εαυτό σου. Διότι πλέον, «είσαι μαύρη ζώνη».

Ένας φίλος μπάτσος, έλεγε ότι το χειρότερο πράγμα όταν φοράς το σήμα και το όπλο είναι ότι φοράς το σήμα και το όπλο –πάει να πει, εκτίθεσαι, με αποτέλεσμα αν κάποιος θελήσει κάτι (καλό ή, συνηθέστερα, κακό) να στραφεί αμέσως σε εσένα και εσύ να πρέπει να ανταποκριθείς διότι δεν μπορείς να μην ανταποκριθείς. Καλώς ή κακώς –για την ακρίβεια, κάκιστα– η μαύρη ζώνη σε φέρνει σε μια θέση ευθύνης και αυτό δεν το αντιλαμβάνονται τα πρώτα κίου που ετοιμάζονται πυρετωδώς για τις εξετάσεις που θα τους τη χαρίσουν. Οι δάσκαλοι σου λένε ότι η τέχνη αρχίζει στο πρώτο νταν (Εγκυκλοπαίδεια των Κλισέ, σλ. 148) αλλά σχεδόν πάντα παραλείπουν να σου πουν ότι αυτό είναι το έλασσον των προβλημάτων σου. Βασικά αυτό που αρχίζει μόλις δέσεις το μαύρο ύφασμα γύρω από τη μέση σου δεν είναι η τέχνη –είναι μια προσωπική ανηφόρα που δε σταματάει ποτέ.

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Δυσανάλογες αντιδράσεις…

Κατά κανόνα ο κόσμος στο ντότζο σπάνια μιλάει για αθλητικά –πέρα από τα χαζοειδή πειραγματάκια περί Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού και αυτά σε πολύ λάιτ εκδοχή. Δεν είναι απολύτως σαφές το γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά ίσως η εμπλοκή με κάτι ελάχιστα αθλητικό, τουλάχιστον ως προς την έκβαση και το αποτέλεσμά του, κάνουν πολλούς να θεωρούν ότι μια πολωμένη συζήτηση σχετικά με τον Χ ή τον Ψ αγώνα και το Υ ή το Ζ σκορ, ίσως και να μην έχει θέση, ούτε πάνω στο τατάμι (προφανώς!) ούτε και στα αποδυτήρια ή στο πηγαδάκι που ακολουθεί την προπόνηση. Ήταν λοιπόν αρκετά περίεργο τόσο το ότι ξεκίνησε η συζήτηση σχετικά με τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Μουντιάλ, που λένε) και δη τόσον καιρό μετά το ίδιο το γεγονός, όσο και η εμπλοκή του σεμπάι σε αυτή. Βεβαίως, σεμπάι ων, ο άνθρωπος ήξερε πού θα το πήγαινε.

Η συζήτηση αφορούσε το άδοξο «τέλος» του Ζιλεντίν Ζιντάν και τη χειρονομία (κεφαλονομία, μάλλον) προς τον Ματεράτσι, λίγα μόλις λεπτά πριν λήξει η παράταση του αγώνα. Ως συνήθως, το έναυσμα έδωσε κάποιος από τους νεότερους συνασκούμενους, ο οποίος θεώρησε ότι ο Γάλλο-αλγερινός άσσος έπραξε σωστά που υπερασπίστηκε την τιμή του (όπως και ο περισσότερος κόσμος, ο νεαρός ήταν βέβαιος ότι ο Ιταλός ξεστόμισε κάτι πολύ βαρύ) και ότι η πράξη του όχι μόνο δεν αμαυρώνει την καριέρα του αλλά την κλείνει με τον καλύτερο τρόπο. Ο άλλος (επίσης νεαρός) συνασκούμενος είχε την αντίθετη θέση, αυτή που πήραν και οι περισσότεροι σπορτσκάστερ: Πώς ένας παίκτης τέτοιου διαμετρήματος, άφησε τον εαυτό του να περιπέσει σε ένα τέτοιο σφάλμα.

Ο σεμπάι άφησε τους πιτσιρικάδες να εκτονωθούν λίγο –πάντα ο καλύτερος τρόπος να εμπλακείς σε μια διένεξη, έστω και λεκτική– και εν συνεχεία έθεσε το θέμα εκεί που άρμοζε, λαμβάνοντας υπόψη ότι βρισκόμαστε σε μια σχολή πολεμικών τεχνών: Αφού πολλοί συχνά αναφέρονται στον «δρόμο» και στις «πραγματικές συνθήκες», πώς θα μπορούσε να κρίνει κανείς το όλο περιστατικό; Και παρότι, ομολογουμένως, οι περισσότεροι δεν το είχαμε σκεφτεί έτσι, ήταν έτσι –ένα πραγματικό περιστατικό επίθεσης (έστω και λεκτικής), άμυνας (σωματικής), κρίσης του περιστατικού (από τον διαιτητή) και τιμωρίας (η αποβολή του Ζιντάν και, για πολλούς, η συνεπακόλουθη ήττα της Γαλλίας).

Το πόιντ του σεμπάι ήταν το συνηθισμένο: Όταν αντιδράς σε κάτι χωρίς να το σκεφτείς, οι συνέπειες μπορεί να είναι μεγαλύτερες από το ίδιο το περιστατικό. Η επίθεση ήταν μια λεκτική προσβολή –ΟΚ, πιθανότατα βαριά λεκτική προσβολή, αλλά λεκτική παρόλα αυτά. Η αντίδραση ήταν σωματική και κατά πολλούς όχι και τόσο εν θερμώ καθώς η γενικότερη κίνηση, στάση του σώματος, ο χρονισμός και η έκφραση του Γάλλου αρχηγού έδειχνε οργίλη μεν, ψύχραιμη δε ενώ το ότι δεν πρόκειται για αποσπασματικό φαινόμενο αλλά για κάτι που έχει ξαναγίνει (όπως έσπευσαν να παρατηρήσουν ορισμένοι αυτοσχέδιοι Διακογιάννηδες εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες) επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι δεν επρόκειτο για βρασμό ψυχής. Έτσι λοιπόν έχουμε μια δράση και μια αντίδραση όχι και τόσο proportionate μεταξύ τους.

Όσο δε αφορά το τίμημα του Ζιντάν, εκεί τα πράγματα ξεφεύγουν εντελώς. Κόκκινη κάρτα λίγο πριν τον τελευταίο αγώνα της ζωής του, συμμετοχή στην ήττα της ομάδας του, απομυθοποίηση στα μάτια δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, αποχή ακόμα και από την απονομή των αργυρών μεταλλίων, μια τελευταία εικόνα που έκανε τον γύρο του κόσμου (μόνος στον δρόμο των αποδυτηρίων με την πλάτη γυρισμένη στο τρόπαιο) και –για πολλούς το χειρότερο– μια μαύρη υστεροφημία που αν δεν αντισταθμίσει τις επιτυχίες του, σίγουρα θα τις συνοδεύσει. Ήτοι, μια δράση 5, μια αντίδραση 50 και μια αντίδραση στην αντίδραση, 5.000. Μας λέει κάτι αυτό από άποψη πολεμικοτεχνίτικη;

Στόχος των κλασσικών δασκάλων πολεμικών τεχνών (και του Ζεν και της Γιόγκα, και… και… και…) είναι η επικράτηση του ασκούμενου επί του εγώ, επί των παθών και επί των ελαττωμάτων του. Ευγενής στόχος, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ο μέσος ασκούμενος στις πολεμικές τέχνες γνωρίζει πώς να κάνει ζημιά στον αντίπαλό του. Ακόμα όμως και αν δεν το πάει κανείς στην ζενική απάθεια και παραμείνει στο λογιστικό μέρος, η περίπτωση του Ζιντάν αποτελεί γλαφυρό παράδειγμα του πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια αντίδραση «της στιγμής». Προφανώς το περιστατικό δε θα πάει ποτέ στα δικαστήρια και πιθανότατα όλοι οι αυτοσχέδιοι αθλητικοί δικαστές (και πολλοί από τους θαυμαστές του) θα τον αθωώσουν, όμως η ετυμηγορία της ιστορίας θα είναι βαριά.

Αδικαιολόγητα βαριά –ίσως. Όσο όμως αδικαιολόγητο είναι το να επιτρέπεις στον ερπετοειδή σου εγκέφαλο να σε καβαλήσει. Κάθε φορά που αποφασίζουμε (και μιλάμε για τις περιπτώσεις που αποφασίζουμε, όχι για τις περιπτώσεις που έχουμε πιαστεί ήδη μαλλιά κουβάρια και πλέον το σώμα κινείται μόνο του) να εμπλακούμε, ριψοκινδυνεύουμε πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε –συχνά, πολύ περισσότερα από όσα είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε. Και μέσα σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπου ο «αντίπαλος» είναι ένας γυμνασμένος πιτσιρικάς, ίσως το τίμημα να είναι μόνο μεταφορικό (ντροπή, υστεροφημία, μια ήττα στο αποτέλεσμα ή ένα κράξιμο από την κερκίδα). Στον περιβόητο «δρόμο», ωστόσο, εκεί που ο «αντίπαλος» μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και οι συνθήκες απείρως πιο χαοτικές, μια κεφαλιά στο ηλιακό πλέγμα ενδέχεται να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Και αν το εν λόγω κουτί ανοίξει, ποιός το κλείνει μετά;

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Πτι σαμουραΐ (*)

Έχουμε γυρίσει λοιπόν από ένα σεμινάριο και καθόμαστε παρέα στο ντότζο την επόμενη μέρα και το συζητάμε –γιου νόου, τα γνωστά: ήταν/δεν ήταν καλός ο δάσκαλος, έκανε/δεν έκανε αυτά που ξέρουμε, ήρθε/δεν ήρθε κόσμος, πληρώσαμε/δεν πληρώσαμε πολλά, χάσαμε/δεν χάσαμε τον χρόνο μας κ.λπ. Κάπου λοιπόν προέκυψε το θέμα ενός εξαιρετικού εντόποιου δασκάλου, (Μαστακουνάς σενσέι, με τ’ όνομα) ο οποίος εντυπωσίασε εισέτι τους πάντες με τη συμπεριφορά τόσο τη δική του όσο και των μαθητών του: χακάμες τσακισμένες στην εντέλεια, υποκλίσεις με το μοιρογνωμόνιο, ιαπωνικές απαντήσεις σε οποιοδήποτε (ιαπωνικό) παράγγελμα, σαγιονάρες σωστά τοποθετημένες έξω από το ντότζο, τα ονόματα γραμμένα στις φόρμες και τις χακάμες σε άψογα Ιαπωνικά, φοβερός σεβασμός απέναντι στον (Ιάπωνα) δάσκαλο που έκανε το σεμινάριο, πειθαρχία που θα έκανε ψυχάκια λοχία-εκπαιδευτή των Αμερικανών πεζοναυτών να δακρύσει από ντροπή και εν γένει μια παρουσία άκρως μασίφ. Ο λόγος που αναφέρθηκε ο Μαστακουνάς (σενσέι) στην όλη συζήτηση ήταν επειδή η συμπεριφορά τόσο του ίδιου όσο και των μαθητών του ήταν εξόφθαλμα αντίθετη με αυτή του (Ιάπωνα) δασκάλου και των (Ιαπώνων) βοηθών του.

Δάσκαλος και μαθητές (Ιάπωνες –μην ξεχνιόμαστε) συμπεριφέρονταν σοβαρά και μετρημένα όμως σε καμία περίπτωση με τρόπο που να θυμίζει το Κ.Ε.ΤΘ. στην Αυλώνα ή το Μεγάλο Πεύκο ένα τεταρτάκι πριν από ταξιαρχική επιθεώρηση. Σε θέματα που σχετίζονταν με ασφάλεια οι άνθρωποι ήταν ιδιαίτερα αυστηροί –γεγονός μάλλον λογικό– και βεβαίως οι πιο χαμηλόβαθμοι κοίταζαν τον δάσκαλό τους στα μάτια, όμως πέραν τούτου ουδέν –έκαναν την προπόνησή τους, γελάγανε αρκετά συχνά, λέγανε και καμιά σαχλαμάρα να περάσει η ώρα (ή έτσι φανταζόμαστε βεβαίως καθώς Ιαπωνικά μιλούσαν, μπορεί και να μας κορόιδευαν) και γενικώς ήταν μια χαρά παιδιά (πέραν του δασκάλου που δεν ήταν ακριβώς παιδί αλλά ένα παλικαράκι ίσαμε 70 χρονών που λέει και ο Ζορζ). Το κλου της βραδιάς (ημέρας για την ακρίβεια αλλά χαλάει η έκφραση), και αυτό που έκανε κυρίως τον σεμπάι αλλά και κάποιους άλλους από τους πιο, γκχμ, σιτεμένους του ντότζο να κροταλίσουν από φρίκη ήταν όταν κάποιος από τους μαθητές του Μαστακουνά (σενσέι), σχολίασε τους Ιάπωνες λέγοντας κάτι του τύπου «Πάνε και οι Γιαπωνέζοι, το έχουνε πουλήσει εντελώς. Είναι συμπεριφορά σαμουράι αυτή;»

Τι ήταν να το πει ο φουκαράς; Εξεμάνη ο σεμπάι και μετά τα ακούγαμε εμείς. Γιατί εξεμάνη; Γιατί το φαινόμενο του «π’τι σαμουραΐ» (κατά Πασκάλ Κριγκέρ) είναι εξοργιστικό όπου και αν το βλέπει κανείς. Λέγοντας «π’τι σαμουραΐ», ο δάσκαλος Κριγκέρ εννοεί όλους εκείνους τους αστείους (δασκάλους και, κατ’ επέκταση μαθητές) οι οποίοι καίτοι δεν έχουν παρά την ελάχιστη ιδέα για το πώς λειτουργεί κάτι μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο της ιαπωνικής (ή της κινέζικης ή της ταϊλανδέζικης ή της φιλιππινέζικης ή, εδώ που τα λέμε και οποιασδήποτε δυτικής) κοινωνίας, επιμένουν να ξέρουν καλύτερα, να έχουν άποψη και να την υποστηρίζουν με ζήλο φονταμενταλιστή. Ιδιαίτερα στον χώρο των πολεμικών τεχνών, το τι ανοησία (για να μην πούμε «παπαριά» και ακουστεί βαρύ) έχουμε ακούσει για το πώς ήταν/φέρονταν/πολεμούσαν οι σαμουράι/Σαολίν/πυγμάχοι Τάι/Ναΐτες ιππότες/ειδικές δυνάμεις της Μπουργκίνα Φάσο/Λεγεωνάριοι των Ξένων δε λέγεται. Και το χειρότερο είναι ότι όταν κάτι το λέει ο «δάσκαλος» υποχρεούσαι να ενεργήσεις αλά Ελληνικός Στρατός –ήτοι, εκτελείς και βγαίνεις παραπονούμενος (το δεύτερο αν είσαι ηλίθιος και δεν σε συνδέουν δεσμοί τρυφερότητας προς το τομάρι σου).

Το αστείο είναι ότι στην εποχή μας, παρανοήσεις, ιδεοληψίες και ιστορικά λάθη δεν (θα έπρεπε να) δικαιολογούνται. Πηγές υπάρχουν άφθονες και (πλέον) και σε γλώσσες κάπως πιο προσιτές από τα Ιαπωνικά της περιόδου Έντο, τα διεθνή σεμινάρια αφθονούν οπότε μπορεί κανείς εύκολα να δει (όπως είδαμε κι εμείς στο σεμινάριο για το οποίο μιλούσαμε παραπάνω) πώς φέρονται οι Ιάπωνες (Κινέζοι, Ταϊλανδοί, Μπουργκιναφασίτες κ.λπ.) όταν κάνουν πολεμικές τέχνες ενώ και ο κόσμος που έχουν οι δάσκαλοι από κάτω τους, έχει κατανόηση και αντίληψη αρκετά υψηλότερου επιπέδου (σπουδές στο εξωτερικό, Ίντερνετ, δορυφορική τηλεόραση κ.λπ.) από ό,τι παλιότερα. Όβερολ, δεν αφήνουμε τους σαμουράι στην ησυχία τους να κάνουμε καμιά προπόνηση δίνοντας βάρος στην ουσία; Εκτός αν, και εδώ είναι πιθανότατα το ζ’μι που λένε και σε μερικές περιοχές της Ελλάδας, εμείς (οι δάσκαλοι που λένε) δεν ξέρουμε ποια είναι η ουσία. Ή, ξέρουμε ποια είναι η ουσία και ξέρουμε ότι εμείς δεν την πραγματώνουμε

Το ‘χουμε ξαναπεί, γινόμαστε βαρετοί και ο κόσμος δε μας διαβάζει και διαβάζει Νίτρο ή πάει και καλλιεργεί φοινικιές απ’ τα Μπαρμπέιντος: Το πρόβλημα ενός στρατού που δεν πολεμάει είναι ότι ξεχνάει για ποιον λόγο υπάρχει η πειθαρχία και την εφαρμόζει μόνο στο κούρεμα και στον (Θεέ μου σχώρα με) φάκελο με τις κουβέρτες. Αντιστοίχως, το πρόβλημα ενός πολεμιστή που δεν πολεμάει είναι ακριβώς το ίδιο –και χρησιμοποιούμε εδώ τη λέξη «πολεμιστή» για να κάνουμε τη χάρη στον Μαστακουνά (σενσέι) που είναι και αναγνώστης του περιοδικού. Οι άνθρωποι αυτής της ομοταξίας (συνομοταξίας, γένους, τι είσθε τέλος πάντων) έχουν απωλέσει πάσα σχέση με την τέχνη τους (αν είχαν και ποτέ καμία, αλλά αυτό είναι άλλο σακί με μπαμπακόσπορους που λένε και στο Δέλτα –όχι του Φαλήρου) και το μόνο που τους έχει μείνει για να εντυπωσιάζουν τους μαθητές τους είναι η σφαλερή αντίληψή τους περί πειθαρχίας και οι επιγνώσεις τους για το πώς είναι οι Ιάπωνες. Τι καταφέρνουν; Να φτάνουν σε σημεία γελοιότητας, όπως αυτή που φερεκφώνησε (όπως λέμε «ξεφώνισε») ο μαθητής του Μαστακουνά (σενσέι). Ναι, εμείς είμαστε πιο πιστοί στην τέχνη του Ιάπωνα από ό,τι ο ίδιος ο Ιάπωνας. Σαν να λέμε ότι ο Νεοζηλανδός που έχει ένα γκρουπ μελέτης ελληνικών παραδοσιακών χορών, είναι πιο κοντά στον καλαματιανό από ό,τι είναι ο Μεσσήνιος. Μήπως να παύαμε να λογοφέρνουμε αλόγιστα;

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

(*) «Μικρός σαμουράι» –κάνουν ακόμα Γαλλικά στο γυμνάσιο;

Θεωρητικοί και Δάσκαλοι (*)

Όπως γνωρίζουν όλοι πλέον, το Ίντερνετ είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο επικοινωνίας και έρευνας το όποιο προσφέρει σε όλους όσους έχουν διάθεση να νοιώσουν λίγο αρχαιολόγοι (ανθρωπολόγοι, ιστορικοί κ.λπ.) δυνατότητες και προσβάσεις που μέχρι πριν από δέκα χρόνια ήταν προνόμιο των πανεπιστημιακών. Κοινοτοπίες θα μου πείτε, ωστόσο υπάρχει κάποιος λόγος που κάτι γίνεται κοινότοπο –συνήθως ο λόγος αυτός είναι ότι στη βάση του έχει κάποια αλήθεια. Και είναι αλήθεια ότι το Ίντερνετ μπορεί να λειτουργήσει σαν ερευνητικό όργανο, αρκεί να ξέρει κανείς τι να πιστέψει και τι όχι. Ο μόνος δε τρόπος να ξέρει τι να πιστέψει, είναι αυτό που στις εφημερίδες (και στην κάθε σοβαρή δημοσιογραφία, ήτοι τη μη τηλεοπτική) αποκαλείται «διασταύρωση» στοιχείων.

Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα που μας απασχόλησε τις προάλλες στο ντότζο, όταν εμφανίστηκε συνάδελφος (συνασκούμενος, σύντροφος κ.λπ. –το γνωστό πρόβλημα) κραδαίνων εκτύπωση (πριντ-άουτ που λένε) ενός εξαιρετικά σπάνιου πονήματος περί κλασσικής ιαπωνικής ξιφασκίας γραμμένο αρκετούς αιώνες πριν την έλευση του Ίντερνετ –για την ακρίβεια περί τον 16ο αιώνα. «Χα!» Ανέκραξε θριαμβευτικά. «Μουσάσι και τρίχες κατσαρές! Εδώ έχουμε το απόλυτο ξιφομαχικό εγχειρίδιο το οποίο προηγείται του Χέιχο Κάντενσο κατά τουλάχιστον 50χρόνια! Τι έχετε να πείτε;» Άπαντες οι παρευρισκόμενοι του πηγαδακίου περί τον σεμπάι στραφήκαμε και κοιτάξαμε τόσο τον ίδιο τον σύντροφο, όσο και το χαρτί –καμιά δεκαριά πυκνογραμμένες σελίδες γεμάτες σημεία (γιού νόου, πόιντς) σχετικά με τη στρατηγική, παρουσιασμένα με τον γνωστό πλάγιο και συμβολικό τρόπο των κλασσικών ιαπωνικών κειμένων.

«Εντυπωσιακό!» Αναφωνήσαμε όλοι, μηδέ του σεμπάι εξαιρουμένου. «Πού το βρήκες ρε γάτο; Ποιος το μετέφρασε, πού δημοσιεύτηκε, ποιος το έχει, πού το πουλάνε –ξέρνα τα όλα!» «Στο Ίντερνετ, βεβαίως!» Απάντησε ανερυθρίαστα ο δικός μας. «Θα σας στείλω το σάιτ να το κατεβάσετε και εσείς ή μάλλον να σας το δώσω τώρα», συνέχισε και βγάζοντας ένα στυλό και ένα χαρτί μας γράφει μια διεύθυνση. Τη οποία κοιτάμε και κοιταζόμαστε, καθώς τη βλέπουμε για πρώτη φορά. Είναι περίεργο αυτό; Εδώ που τα λέμε, είναι κάπως, αφού τα σοβαρά σάιτ περί πολεμικών τεχνών και δη κλασσικών λίγο-πολύ τα ξέρουμε και το εν λόγω δε συγκαταλεγόταν σε αυτά. «Τι σάιτ είναι αυτό ρε γίγαντα;» Αναλαμβάνει να εκφράσει την απορία όλων μας ο σεμπάι. «Ποιος είναι ο μάστορας και τι γράμματα ξέρει; Μπας και είναι από τον γνωστό Κύκλο των Σόκε; Ρωτάω επειδή το όνομα του σάιτ, αποπνέει κάποια… οσμή, όχι; Το τσέκαρες αλλού το κείμενο;»

Για να μην τα πολυλογούμε, ο δικός μας δεν το είχε τσεκάρει (είναι και τέταρτο κίου, τι να του πεις;) και το πράγμα έμεινε στο ότι θα το τσεκάρει ο σεμπάι και θα επανέλθει Δημήτριος. Όπερ και εγένετο –την άλλη μέρα. Και, σαρπράιζ-σαρπράιζ, το πόρισμα ήταν κάπως λιγότερο ενθουσιώδες. Η μετάφραση που είχε βρει ο συνάδελφος, δεν ήταν μετάφραση από τα Ιαπωνικά (όπως είχε καταλάβει από τα συμφραζόμενα) αλλά από τα Γαλλικά. Ο δε ιδιοκτήτης του σάιτ από το οποίο το είχε ψαρέψει, ήταν όντως μια από τις δεκάδες φυσιογνωμίες του World Head of Family Sokeship Council, ήτοι από εκείνους τους καταπληκτικούς τύπους με τις κόκκινες σατέν φόρμες που βρίσκονται μια-δυο φορές το χρόνο και δίνουν ο ένας στον άλλον διπλώματα δέκα νταν σε, γκχμ-γκχμ, τέχνες δικής τους επινόησης. Για την ιστορία, το ίδιο το κείμενο, πρέπει να είχε γραφτεί καμιά 200αριά χρόνια μετά από τον θάνατο του υποτιθέμενου συγγραφέα-μεγάλου δασκάλου –τουλάχιστον κάτι τέτοιο άφηνε να εννοηθεί μια από τις πιο γνωστές (και διαπιστευμένες) μούρες της παγκόσμιας σκηνής των κλασσικών ιαπωνικών τεχνών.

Το ζήτημα δεν είναι ότι ο ντοτζοσύντροφος την πάτησε –ούτε η πλάκα που επακολούθησε για δυο-τρεις μέρες (μετά βαρεθήκαμε, πού να τρέχεις). Το ζήτημα είναι ότι το Ίντερνετ μπορεί να σε κοροϊδέψει πιο εύκολα από ό,τι φαντάζεσαι, κυρίως χάρη της αμεσότητάς του, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να σου δώσει τα καλύτερα όπλα για να μην την πατήσεις, επίσης χάρη της αμεσότητάς του. Αν, π.χ., ο νεαρούλης είχε μπει στον κόπο να πάει στο Google και να βάλει ως λέξεις-κλειδιά το όνομα του δασκάλου που υποτίθεται ότι έγραψε το πόνημα, το όνομα του ίδιου του πονήματος, το όνομα του μεταφραστή και το όνομα π.χ. του Μάικ Σκος (Mike Skoss), του Έλις Άμντουρ (Ellis Amdur) ή του Καρλ Φράιντεϊ (Karl Friday), έτσι για να μείνουμε στα προφανή ή αν είχε κάνει το ίδιο στο σάιτ που έχει τα αρχεία της λίστας Iaido-L η οποία ασχολείται με την ιαπωνική ξιφασκία (σύγχρονη και παλιά), θα είχε βρει αρκετές αναφορές στο κείμενο το οποίο ανακάλυψε και στην –αμφίβολη, για να το πούμε όσο πιο κόσμια γίνεται– προέλευση και αυθεντικότητά του.

Όπως έλεγε και ο (πραγματικός ερευνητής αυτή τη φορά) Λάζλο Έιμπελ (Laszlo Abel) σε μια συνέντευξη στο Aikido Journal, το να είσαι ερευνητής δεν είναι εύκολο πράγμα και δεν μπορεί να εξαντλείται στις δευτερεύουσες και τριτεύουσες πηγές που βρίσκεις στο Ίντερνετ με μια επιπόλαια βολτίτσα. Χρειάζεται πόρους, αφοσίωση, χρόνο και υπομονή και πάνω απ’ όλα –ίσως– ειλικρίνεια, ήτοι να ξέρεις καλά γιατί το κάνεις, τι θέλεις να πετύχεις και ποιον εξυπηρετείς. Σε μια χώρα στην οποία ο μέσος δάσκαλος πολεμικών τεχνών δεν ξέρει καν την ιστορία της τέχνης του, δεν είναι δύσκολο να εμφανιστείς ως βαθύς γνώστης όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όσοι εξ ημών έχουμε τη δυνατότητα να γράφουμε δημοσίως. Από εκεί όμως, μέχρι του σημείου να γίνεις πραγματικός ερευνητής, υπάρχει μια τεράστια απόσταση η οποία καλύπτεται δύσκολα, επίπονα και με διαρκή προσπάθεια. Θυμίζει τις ίδιες τις πολεμικές τέχνες, έτσι δεν είναι;

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

(*) Με βαθιά υπόκλιση προς τον Αρκά…

Ανεξέλεγκτες καταστάσεις

Είχε φέρει, λοιπόν, προχθές στο ντότζο ένας φίλος ένα βιβλίο και μαζεύτηκε όλη η στοά να το εξετάσει –ξέρετε, στα ντότζο τα βιβλία δεν είναι και ό,τι το συνηθέστερο. Ωραία έκδοση, από αυτές τις πολύχρωμες με τα παστέλ χρωματάκια και τις ωραίες (αλλά ποτέ πολύ ωραίες) κυρίες να δείχνουν ωραίες, απλές ασκήσεις που απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό –όχι των πολεμικών τεχνών, το άλλο, το φυσιολογικό. Το αντικείμενο ήταν κάτι του τύπου «Δέκα Λεπτά Εναλλακτικής Γυμναστικής για Πηγμένους Ανθρώπους» ή κάτι τέτοιο και οι ασκήσεις ήταν ένας συνδυασμός σουηδικής γυμναστικής, γιόγκα, τσι-κουνγκ και ντο-ιν. Ξέρετε, εύκολα πραγματάκια που μπορεί να τα κάνει ο καθένας και που, αν σου γίνουν εμμονή (που λέγαμε και την άλλη φορά), μπορεί τελικά να σου κάνουν και καλό. Το βέβαιο είναι πάντως ότι κακό δεν κάνουν και σίγουρα είναι καλύτερες από το να τρως πατατάκια (μετά ή άνευ ελαιολάδου) βλέποντας Τατιάνα ή κάποιο άλλο έκθεμα τηλεοπτικού πολιτισμού.

Το ζουμί, ωστόσο, δεν ήταν οι ασκήσεις, οι οποίες σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτα το καινούριο –όσοι έχουν βουτήξει έστω και το μικρό δάχτυλο του αριστερού τους ποδιού στις πολεμικές τέχνες μπορούν να φτιάξουν ένα τέτοιο προγραμματάκι με πολλές πιθανότητες επιτυχίας –εξ ου και οι απελπισμένες κραυγές για βοήθεια της Ιόλης που επίσης λέγαμε την άλλη φορά (για την ακρίβεια, την ίδια φορά –δεν ξέρω αν με παρακολουθείτε). Το ζουμί, τουλάχιστον αυτό που οι περισσότεροι εξ ημών εξελάβαμε ως ζουμί, ήταν τα κείμενα. ΟΚ, μπορεί να μη διαβάσαμε όλο το βιβλίο προσεκτικά, όμως σε πάνω από δέκα σημεία διαπιστώσαμε ότι η συγγραφέας χρησιμοποιούσε τη φράση «…θα αποκτήσετε μια αίσθηση χαλαρότητας, ηρεμίας και ελέγχου». Εδώ είμαστε φίλες, φίλοι και αγαπημένα μας παιδιά! Εδώ είναι η λέξη-κλειδί: έλεγχος. Τεράστιο ζήτημα το οποίο χρήζει μιας κάποιας θωπείας, δε συμφωνείτε;

Οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται από την αίσθηση του ελέγχου. Χάρη κυρίως στην επιστήμη (η οποία, ως γνωστόν, έχει υποκαταστήσει τη θρησκεία, αν και με πολύ μέτρια αποτελέσματα) που προσπαθεί να μας πείσει εδώ και χρόνια ότι με την πλήρη (χα!) γνώση ενός εκάστου αντικειμένου αποκτούμε και τον πλήρη έλεγχο του εν λόγω αντικειμένου, ο κόσμος μας άρχεται από την ιδέα του ελέγχου –επάνω στο περιβάλλον, επάνω στα ζώα και τα φυτά, επάνω στους άλλους ανθρώπους (εδώ μάλιστα ο έλεγχος ταιριάζει απόλυτα με εκείνο το άλλο εξαιρετικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, τον εγωισμό) και κατ’ επέκταση επάνω σε οτιδήποτε με το οποίο σχετιζόμαστε. Πρέπει να έχουμε τον έλεγχο της επαγγελματικής μας πορείας, των προσωπικών μας σχέσεων, των οικονομικών μας· με δυο λόγια των πάντων.

Κακό είναι αυτό; Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Και, προφανώς, η απάντηση είναι ότι σε πολλά πράγματα ο έλεγχος είναι καλός –π.χ. στις φοβίες μας, στα ελαττώματά μας, σε μια συμπλοκή με έναν αντίπαλο, σε μια διεκδίκηση (κατά προτίμηση δίκαια και θεμιτή αλλά πού να τρέχεις τώρα) και σε αρκετές ακόμα περιστάσεις. Όμως από αυτό το σημείο μέχρι του σημείου του να μετατραπεί κανείς σε αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «control freak», υπάρχει απόσταση μεγάλη και δύσβατη. Χώρια που, όπως έχει λεχθεί επανειλημμένως, το Σύμπαν γελάει με τις απόπειρές μας να το ελέγξουμε και με την έπαρσή μας να θεωρούμε ότι η συνεισφορά μας στα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από ευκαιριακή. Εν ολίγοις, ο «έλεγχος» που υπόσχεται το βιβλιαράκι είναι, σε γενικές γραμμές, ευσεβής πόθος –αν θέλουμε να μιλάμε πρακτικά.

Προς τι όμως η εμμονή του εν λόγω βιβλίου με τον έλεγχο και τι σχέση έχει ο όλος προβληματισμός με τις πολεμικές τέχνες; Να σας σερβίρω αμέσως: από εδώ που κάθομαι και τα βλέπω τα πράγματα, ο λόγος που ο άνθρωπος χρειάζεται έλεγχο είναι επειδή φοβάται (εξαιρετικά βαθύ και πρωτότυπο αυτό, έτσι δεν είναι;) Και το βασικό πράγμα που φοβάται είναι το ότι το τέλος της ζωής του (και το άγνωστο που ακολουθεί το εν λόγω τέλος) μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή και ώρα, καθημερινή, Σαββατοκύριακο ή αργία, στη δουλειά ή στις διακοπές. Κάτι λοιπόν αυτός ο βασικός και αρχαίος φόβος, κάτι που στην εποχή η μας ζωή γενικώς έχει ξεφύγει από τα χέρια μας, πολλοί της εύκολης ψυχολογίας εκτιμούν ότι το πρόβλημα του μέσου ανθρώπου θα λυθεί όταν αποκτήσει την αίσθηση του ελέγχου –εξ ου και το εν λόγω βιβλιαράκι και η επιμονή του.

Το φαινόμενο δεν είναι ασύνηθες και στις πολεμικές τέχνες. Και εδώ, το θέμα του ελέγχου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο των περισσότερων syllabi των περισσότερων σχολών, ανεξαρτήτως προέλευσης. Η διαφορά ωστόσο που έχουν οι πολεμικές τέχνες (τουλάχιστον οι σοβαρότερες εξ αυτών) με τις προαναφερθείσες μεθόδους αυτό-χαϊδέματος και αγοραίας ψυχοθεραπείας είναι ότι η εμμονή με τον έλεγχο του άλλου (βλ. του περιβάλλοντός μας) αφορά τα πολύ πρώτα στάδια μαθητείας για να αντικατασταθεί στα πιο προχωρημένα στάδια με τον έλεγχο του εαυτού μας. Μόνο όταν αποκτήσει ο ασκούμενος τη δυνατότητα να ασκεί αυτόν τον έλεγχο μπορεί να θεωρήσει ότι έμαθε πραγματικά μια τέχνη και μόνο τότε μπορεί να κατανοήσει τα βαθύτερά της διδάγματα και να τα εφαρμόσει στην καθημερινή του ζωή.

Από αυτόν τον έλεγχο, έναν έλεγχο που έρχεται μετά από πολύ ζόρι, ζόρι το οποίο τόσο το βιβλιαράκι, όσο και εκείνοι που επενδύουν στα βιβλιαράκια αυτού του τύπου δεν μπορούν ούτε να φανταστούν, προκύπτουν εκείνες οι καταπληκτικές ιστορίες με τους μεγάλους δασκάλους καράτε που δεν τσακώνονται ποτέ ή με τους άλλους μεγάλους δασκάλους (του Ζεν –αν μιλάμε για την απόλυτη πολεμική τέχνη) που λένε ένα πρωί, «Λοιπόν εγώ τώρα λέω να πεθάνω», σκάνε ένα χαμόγελο και πεθαίνουν. Μόνο αυτός ο έλεγχος, επάνω στον νου, το σώμα και το συναίσθημα μπορούν να φέρουν τη γαλήνη που κρύβουν αυτές οι ιστορίες (αληθινές, ψεύτικες –se non e vero, e ben trovato) και μόνο τότε μπορεί κανείς να ισχυριστεί σοβαρά ότι έχει θωρακιστεί απέναντι στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Ή, ότι έχει κερδίσει κάτι πραγματικά σοβαρό από τις πολεμικές τέχνες…

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Εμμονές

Η Ιόλη είναι μια καλή φίλη από το παρελθόν. Διαφημίστρια, επικεφαλής του δικού της δημιουργικού γραφείου, με μερικούς πολύ καλούς (ήτοι, πληρώνουν καλά και δεν ντρέπεσαι να λες ότι τους έχεις φτιάξει το έντυπο) μόνιμους πελάτες και με πολύ καλές με κάνα-δυο μεγάλα εκδοτικά μαγαζιά. Στο γραφείο της δουλεύουν μονίμως περί τα δέκα άτομα, ενώ δίνει και δουλειά σε καμιά εικοσαριά εξωτερικούς συνεργάτες κάθε μήνα. Ωραία, καθαρή δουλειά και εντός των αμέσων ενδιαφερόντων της Ιόλης η οποία διέπρεψε επί σειρά ετών ως γραφίστρια σε κάμποσα από τα μεγάλα διαφημιστικά μαγαζιά και συνεργάστηκε επιτυχώς με διάφορα έντυπα.

Έχουμε λοιπόν το πρότυπο της επιτυχημένης σαραντάρας (σχεδόν –ως γνωστόν η ηλικία των κυριών είναι αποκλειστικά δικό τους ζήτημα) η οποία προσπαθεί να κρατήσει στον αέρα όχι μόνο το μπαλάκι της επαγγελματικής της ζωής (που από μόνο του της τρώει καμιά δωδεκαριά ώρες ημερησίως) αλλά και της προσωπικής –οικογένεια δεν υπάρχει αλλά υπάρχει μια κάποια μόνιμη σχέση που όσο να πεις έχει κι αυτή τις υποχρεώσεις της, αρκετοί καλοί φίλοι και φίλες, κάτι αδέλφια που από καιρού εις καιρόν προτάσσουν τις σχετικές συναισθηματικές απαιτήσεις και αμέτρητες επαγγελματικές γνωριμίες που έχουν εξελιχθεί σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο. Όπως αντιλαμβάνεται ακόμα και ο πιο απρόσεκτος αναγνώστης, η Ιόλη διάγει έναν βίο άκρως πιεσμένο, με τα τηλέφωνα να χτυπούν είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο, με άφθονες υποχρεώσεις, με το χάος να ρέει άφθονο και όλες εκείνες τις εποχικές παθήσεις (σωματικές, ψυχικές και ψυχοσωματικές) που ταλανίζουν όλους τους ανθρώπους αυτής της συνομοταξίας.

«Κάντε κάτι ρε παιδιά», μας έλεγε τις προάλλες που είχε έρθει να μας δει στο ντότζο. «Εσείς είστε μονίμως με ένα χαμόγελο στα μούτρα λες και έχετε πιει ένα στρέμμα φούντα –και δεν πίνετε καν ποτά. Εγώ έχω καταντήσει κινητό φαρμακείο από αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά και σκέφτομαι σοβαρά να το ρίξω στα Πρόζακ. Μια ζωή ασχολείστε με όλα αυτά, δεν μπορείτε να μου φτιάξετε ένα προγραμματάκι να κάνω κι εγώ κάτι, έστω και για μισή ώρα την ημέρα; Να γίνω λίγο άνθρωπος ρε παιδί μου!» Βεβαίως το θέμα του τι πίνουμε και αν πίνουμε είναι υπό αμφισβήτηση –έχω δει τον σεμπάι να κατεβάζει ουίσκια με ρυθμούς που θα έκαναν έναν Ιρλανδό χωριάτη να κοκκινίσει από ντροπή και να ζητήσει γονατιστός συγχώρεση από τον Άγιο Πατρίκιο (μεγάλη η χάρη του)– όμως το αίτημα της Ιόλης είναι έγκυρο και δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά και μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων μεταξύ 25 και 50 ετών. Το ενίοτε αποκαλούμενο και «corporate crowd».

Έλα όμως που η απάντηση στο πρόβλημά τους είναι κάπως σύνθετη. Ναι, μπορεί όντως οι σοβαρά ασκούμενοι με τις πολεμικές τέχνες (και με άλλα σωματικά κόλπα, αλλά εμείς αυτά ξέρουμε, γι αυτά μιλάμε) να έχουν συχνά μια γαλήνια έκφραση κολλημένη στη μούρη και να μπορούν να κοιμούνται πιο ήσυχοι το βράδυ, όμως αυτό δεν έχει προκύψει από ένα «προγραμματάκι της μισής ώρας». Αντίθετα με ό,τι διατυμπανίζουν διάφορα κέντρα «εναλλακτικής γυμναστικής» και διάφορα βιβλία της κατηγορίας «self-help» («Γίνε ο C.E.O. του εαυτού σου σε μια εβδομάδα» κ.λπ.), η αλήθεια είναι ότι άμα δεν βρέξεις κ***, δεν τρως ψάρι και άμα το ψάρι είναι της ανοιχτής θάλασσας, πρέπει να βάλεις ψαροντουφεκοστολή (που λέει και το ανέκδοτο), μπουκάλες και μάσκα και να βουτήξεις στα πολλά μέτρα για να το πιάσεις. Σε περίπτωση που δεν γίναμε σαφείς, να γίνουμε: άμα προσπαθείς να ισιώσεις είκοσι χρόνια κακών συνηθειών, δε θα το πετύχεις με μισή ωρίτσα ελαφρών πηδηματακίων τρεις φορές την εβδομάδα.

«Προκειμένου να μου φύγει το μόνιμο σφίξιμο στους δελτοειδείς (οι οποίοι παρεμπιπτόντως είχαν γεμίσει και trigger points), κάνω σουμπούρι με το βαρύ μποκέν κάθε πρωί –συγκεκριμένα πεντακόσια σουμπούρι κάθε πρωί. Εδώ και έντεκα χρόνια. Απαρεγκλίτως», είπε ο σεμπάι στη Ιόλη που κοίταζε με πονεμένο ύφος. «Και αυτό, χώρια από την κανονική μου προπόνηση, δύο ώρες την ημέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα, δεκαεννέα χρόνια. Αυτά χώρια από κάτι υποστηρικτικές ασκήσεις για δύναμη, φυσική κατάσταση και ένα αυστηρό μισάωρο ήσυχο κάθισμα κάθε βράδυ. Τι από όλα αυτά ευθύνεται για το χαμόγελο; Όλα! Πού να σου βγάλω το μισαωράκι που θες; Βγαίνει; Δε βγαίνει». Και βεβαίως έχει δίκιο (σεμπάι γάρ –τα έχουμε ξαναπεί αυτά, όχι;) Η απάντηση που ψάχνει η Ιόλη, και η κάθε Ιόλη, βρίσκεται στο εξής πολύ απλό: δεν έχει εμμονή με το να γίνει καλά –για την ακρίβεια, έχει άλλες εμμονές και όχι αυτή. It’s that simple.

Δεν μπορείς να έχεις δύο αφεντικά λέει ο μάστρο-Μαθιός στο στ’/24 του καλού βιβλίου. Μ’ άλλα λόγια, το πόσα καρπούζια μπορείς να βάλεις κάτω από την (α)μασχάλη έχει κι αυτό τα όριά του. Η οποιαδήποτε πολεμική τέχνη είναι καρπούζι από μόνη της και μάλιστα από τα μεγάλα, αυτά με τις πλατιές ρίγες και άμα αποφασίσεις να το πάρεις υπό μάλης και να αρχίσεις να τρέχεις, θα λουστείς, θες-δε θες τα καλά του και τα κακά του (από εκεί έχει βγει και το «μάπα το καρπούζι»). Αν θέλεις τα μεν (π.χ. την ηρεμία που σου δίνει ένα καλό ξυλίκι παρέα με διάφορους άλλους εξίσου εμμονοληπτικούς) θα πάρεις πακέτο και τα δε (π.χ. το να αφιερώσεις ένα κομμάτι της ζωής σου σ’ αυτό). Φιξάκια δεν υπάρχουν και ο Μορφέας μπορεί να λέει ό,τι θέλει με το «διάλεξε το κόκκινο ή το μπλε χάπι». Ναι, το ξέρουμε ότι μια ολόκληρη βιομηχανία υποστηρίζει το αντίθετο αλλά βιομηχανία είναι, τη δουλειά της κάνει. Όσοι έχουμε δει τις διάφορες Ιόλες να έρχονται στο ντότζο και να φεύγουν μετά από κάνα-δυο εβδομάδες, ξέρουμε ότι χωρίς την εμμονή, την πραγματική εμμονή, αυτή που σε κάνει να βλέπεις τεχνικές στον ύπνο σου, να κάνεις τάι-σαμπάκι όσο περιμένεις το νερό να βράσει για τον καφέ, να περπατάς ανοιχτά στις γωνίες και με τα χέρια έξω από τις τσέπες κ.λπ. δουλειά δε γίνεται…

...ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...