Saturday, March 5, 2011

知識を齧る/智識を噛る (*) (Τσισίκιουο Κατζίρου)

Ο Βλαδίμηρος ήρθε στο ντότζο πριν από κάνα μήνα. Γύρω στα 30, φωτογράφος στο επάγγελμα, συμπαθέστατος τύπος, αρκετά ταλαντούχος (ήτοι, με σώμα που καταλαβαίνει και θυμάται περισσότερα από ό,τι ο μέσος όρος) και με ιδιαίτερη θέρμη για μάθηση. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι πολύ σύντομα άρχισε να συμμετέχει στις συνεδριάσεις που ακολουθούν την προπόνηση, γύρω από το κοινόχρηστο τασάκι που υπάρχει δίπλα στα ασανσέρ (η διαχείριση της πολυκατοικίας μας φροντίζει –αυτά τα καλά έχει το να έχεις ντότζο σε κτήριο γραφείων). Στην αρχή δε συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις (λίαν συνηθισμένο φαινόμενο) αλλά την τελευταία φορά που μιλούσαμε αποφάσισε να καταθέσει κι αυτός τον όβολό του. «Ωραίο το Καράτε», είπε, «αλλά τι γίνεται με το θέμα του grappling; Προσωπικά σκοπεύω να συνεχίσω εδώ για κάνα χρόνο και στη συνέχεια να το αφήσω και να ξεκινήσω Τζούντο. Έτσι θα έχω καλύψει και το θέμα της συμπλοκής από πιο κοντά. Έτσι δεν είναι;»

Ο σεμπάι αντιμετώπισε την ερώτηση ψύχραιμα –για την ακρίβεια έβαλε τα γέλια. «Έτσι, έτσι», απάντησε φυσώντας ένα μπλε σύννεφο καπνού. «Και με το θέμα των μαχαιριών τι θα γίνει; Ξέρεις πόσα μαχαίρια, κατσαβίδια κ.λπ. κυκλοφορούν έξω;» «Χα! Νομίζεις ότι δεν το έχω σκεφτεί; Κανένα πρόβλημα», απάντησε με πρόσωπο λαμπερό από ικανοποίηση ο Βλαντ. «Έχω βρει μια σχολή που κάνει καλά φιλιπινέζικα μαχαίρια και μετά το τζούντο λέω να κάνω κάνα εξάμηνο εκεί ώστε να καβαντζώσω και το θέμα του μαχαιριού. Τελικά νομίζω ότι αυτή είναι η λύση: κάθεσαι αρκετά σε κάθε τέχνη ώστε να καλύψεις τις ανάγκες σου και μετά προχωράς στην επόμενη. Γι αυτό λένε όλα τα περιοδικά περί cross-training άλλωστε –τι διάολο, τόσα χρόνια κάνουν πολεμικές τέχνες οι άνθρωποι, δεν ξέρουν τι λένε;»

Η συζήτηση για το πόσα «χρόνια κάνουν πολεμικές τέχνες οι άνθρωποι...» και για το αν «ξέρουν τι λένε», είναι τερατωδώς τεράστιο και ίσως αρμοδιότερος φορέας για να καταθέσει γνώμη επ’ αυτού θα ήταν η Ένωση Συντακτών Ημερησίου Τύπου, η Ένωση Συντακτών Περιοδικού Τύπου και/ή το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ε, ρε και να υπήρχε, λέει, κάποιος έλεγχος στο ποιος αρπάζει ένα πληκτρολόγιο/μικρόφωνο και με τι γνώσεις γράφει/μιλάει...). Συνεπώς να μην το θίξουμε τώρα γιατί είναι και ευέξαπτο και μπορεί να θυμώσει. Ο σεμπάι ωστόσο αποφάσισε –και δικαίως– να ρίξει το βάρος στην ίδια την τοποθέτηση του νεογνού συνασκούμενου (Βλαδίμηρος –για να μην ξεχνιόμαστε). Μας κοίταξε όλο νόημα και απεφάνθη: Τσισίκιουο κατζίρου. Ή για τους λιγότερο εξοικειωμένους με την ιαπωνικήν, «τσιμπολογώντας τη γνώση».

Το φαινόμενο βλέπετε, δεν είναι σημερινό και αποκλειστικός εκφραστής του δεν είναι ο συμπαθής Βλαδίμηρος καίτοι φαίνεται να είναι ο στόχος της στήλης. Ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, από όταν δηλαδή οι πολεμικές τέχνες άρχισαν να σχηματοποιούνται με τη μορφή που τις ξέρουμε σήμερα και να χάνουν τον αμιγώς πολεμικό χαρακτήρα τους –χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι έχασαν και την έντασή τους– δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τις αντιμετώπιζαν με τον ίδιο περίπου τρόπο που ένας μέσος άνθρωπος αντιμετωπίζει έναν μπουφέ με πολλά, ελκυστικά ορεκτικά: Μια μπουκίτσα από δω, δύο από κει, μια βόλτα για άλλη μια από παραπέρα, επιστροφή για δυο μπουκίτσες από το πρώτο και μετά βουρ για το τέταρτο κ.ο.κ. Όσο περισσότερα ορεκτικά έχει ο μπουφές, τόσο καλύτερα –έτσι τουλάχιστον δείχνουν να πιστεύουν οι άνθρωποι που αρέσκονται στην προσέγγιση αυτή– και τόσο πληρέστερη εικόνα θα πάρει κανείς από τη μαγειρική τέχνη του υπεύθυνου για τον μπουφέ.

Να γίνουμε κακοί; Λες και θα το αποφεύγαμε. Παρότι έχουμε υποστηρίξει (ναι, επανειλημμένως) ότι μια πολεμική τέχνη δεν είναι πυρηνική φυσική ή γαλαξιακή μετεωρολογία –πάει να πει, δε θέλει σαράντα χρόνια για να περάσεις δύο-τρία χέρια το syllabus της– έχουμε επίσης υποστηρίξει (ναι, εξίσου επανειλημμένως) ότι κάθε σοβαρή (χα!) τέχνη διδάσκει ένα σύστημα νεύρο-φυσιολογικής οργάνωσης το οποίο χρειάζεται κάποιον χρόνο για να εσωτερικευτεί –αν δε, δεν εσωτερικευτεί, δεν μπορούμε να μιλάμε για «γνώση» της τέχνης. Ο χρόνος εσωτερίκευσης εξαρτάται απο δύο βασικούς παράγοντες, τον μαθητή και τον δάσκαλο (και δευτερευόντως από την ίδια τη σχολή/τέχνη) και σπάνια μπορεί να ποσοτικοποιηθεί αν και μετά από κάποια χρόνια στο κουρμπέτι όλοι μπορούν να βγάλουν κάποιους μέσους όρους. Η άποψη του Βλαδίμηρου, όσο και αν φαινομενικά δείχνει να στηρίζεται σε μια λογική... λογική, χάνει στο ότι οι φορείς της σπανίως φτάνουν στο επίπεδο της γνώσης (δηλ. της εσωτερίκευσης της νεύρο-φυσιολογικής οργάνωσης) και αρκούνται απλώς στις... μπουκίτσες.

Η πραγματική δύναμη (ήτοι και οι αδυναμίες) μιας τέχνης φαίνεται μετά από το προαναφερθέν επίπεδο. Όμως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ανυπόμονος (βλ. «φόβος του θανάτου», «δεν έχουμε χρόνο» κ.λπ.) και θεωρεί ότι «έμαθε» πολύ πριν μάθει –για την ακρίβεια πολύ πριν μάθει το σώμα του. Βεβαίως το cross-training έχει την αδιαμφισβήτητη αξία του, πρωτίστως λόγω της έκθεσης σε διαφορετικές νοοτροπίες, αντιλήψεις και προσεγγίσεις, όμως αν ο μαθητής ξεκινάει κάτι νέο πριν αποκτήσει σαφή γνώση του παλιού, πριν το σώμα και ο νους του κατανοήσουν και αποδεχτούν πλήρως ένα σύστημα και τις ιδιομορφίες του, δε μιλάμε για cross-training αλλά για τσισίκιουο κατζίρου. Ήτοι για τσιμπολόγημα το οποίο προσφέρει μεν βαρυστομαχιά αλλά σε καμία περίπτωση πραγματική θρέψη...

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

(*) Η φράση μπορεί να γραφτεί με διαφορετικά ιδεογράμματα τόσο για το «γνώση» (知識/智識) όσο και για το «τσιμπολογώντας» (齧る/噛る) –σε κάθε περίπτωση, το νόημα παραμένει το ίδιο. Το を είναι μόριο-επίθεμα το οποίο ορίζει το αντικείμενο της πρότασης...

On your knees b****

Δεν είναι λίγοι οι ασκούμενοι στις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες –και στις μη-πολεμικές, αλλά εδώ που τα λέμε πόσοι κάνουμε καλλιγραφία (σόντο) ή τελετή του τσαγιού (σάντο);– που αντιμετωπίζουν ως μείζον πρόβλημα της εξάσκησής τους τη σέιζα, ήτοι το κάθισμα με διπλωμένα τα γόνατα, ένα από τα σήματα κατατεθέντα της ιαπωνικής κουλτούρας. Μείζον πρόβλημα κυρίως πρακτικό (όποιος δοκιμάζει να κάτσει σέιζα για πρώτη φορά, είναι ζήτημα αν αντέχει ένα δίλεπτο, χώρια που όταν σηκώνεται πέφτει κάτω γιατί τα πόδια του έχουν πάει για ύπνο) αλλά ενίοτε και... ιδεολογικό («και γιατί να γονατίζω; Στην εκκλησία είμαι;» κ.λπ.) Όπως και να 'χει χάρη στις γνωστές επικοινωνιακές δεινότητες της πλειονότητας των δασκάλων πολεμικών τεχνών (οι οποίοι συνήθως δεν μπορούν να σταυρώσουν μια σοβαρή κουβέντα ακόμα και αν τους κολλήσεις το σπαθί στον αυχένα), πάμπολλοι ασκούμενοι (α) δεν έχουν ιδέα γιατί κάθονται σέιζα ή (β) αν έχουν ιδέα η ιδέα αυτή απέχει από την πραγματικότητα. Αυτό που μένει τελικά είναι ότι ο δάσκαλος τους βάζει να κάθονται σέιζα με σκοπό να τους βασανίσει –γεγονός το οποίο δεν απέχει από την πραγματικότητα, τουλάχιστον για αρκετά ντότζο.

Ήδη το υπαινιχθήκαμε παραπάνω, αλλά ας το πούμε ξεκάθαρα διότι υπάρχουν και ορισμένοι που δεν τα πάνε καλά με τα υπονοούμενα. Η σέιζα είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο το οποίο, όπως και τα περισσότερα πολιτισμικά φαινόμενα σχετίζεται με μια σειρά ιδιομορφίες του λαού που την καθιέρωσε –στην προκειμένη περίπτωση τους Ιάπωνες. Το γενικότερο πρόβλημα χώρου που κάνει τα πάντα μικρά και στριμότετοια, η θεμελιώδης αρχή της αρμονίας και της μη διαταραχής της κοινωνικής ηρεμίας («το καρφί που προεξέχει το χτυπάει το σφυρί»), οι σχέσεις με τον Βουδισμό και τον καθιστό διαλογισμό (ζαζέν που λενε) και κάνα-δυο άλλα πραγματάκια έχουν κάνει τη σέιζα αναπόσπαστο κομμάτι του ιαπωνικού πολιτισμού και όπως έχουμε πει αμέτρητες φορές (και θα ξαναπούμε άλλες τόσες μέχρι να γίνει σαφές), οι πολεμικές τέχνες είναι εκφάνσεις των πολιτισμών που τις γεννούν.

Μέχρι εδώ ακόμα και οι προαναφερθέντες δάσκαλοι που δεν έχουν ιδέα, πέφτουν κάπως μέσα –πρόκειται για την αιτιολόγηση της σέιζα ως «παράδοσης» του καράτε/αϊκίντο/ιαίντο/whatever. Βεβαίως υπάρχουν αμέτρητες άλλες διαστάσεις της παράδοσης τις οποίες οι εν λόγω δάσκαλοι ξεχνούν πολύ βολικά, ιδιαίτερα όσες σχετίζονται με τις υποχρεώσεις του δασκάλου προς τον μαθητή, όμως όπως λέει συχνά η στήλη, για την υγρασία θα μιλήσουμε μια άλλη φορά. Αρκεί να θυμίσουμε ότι αν διατηρούμε τη σέιζα μόνο ως «παράδοση» βλέπουμε μόνο ένα κομμάτι της και δη το κομμάτι που αφήνει αδιάφορους τους περισσότερους ασκούμενους. Η ουσία είναι ότι η σέιζα και ο βηματισμός σίκο που αποτελεί συνέχειά της (περί περπατήματος στα γόνατα πρόκειται –δοκιμάστε το με χακάμα και θα γελάσετε πολύ) είναι στάδιο εξάσκησης το οποίο έχει μια έντονα πρακτική διάσταση. Όπως και σχεδόν όλα τα πράγματα που κάνουν οι Ιάπωνες.

Το καλύτερο παράδειγμα για το τι εστί σέιζα από πρακτικής άποψης είναι το ιάιντο. Τόσο στις κλασσικές σχολές, όσο και στο «μοντέρνο» Ζεν Κεν Ρεν Ιάι, τα αρχικά κάτα που διδάσκονται ξεκινούν από θέση σέιζα και καθώς ο μαθητής προχωράει, «σηκώνεται» όρθιος. Ο λόγος είναι πολύ απλός: όταν ο αρχάριος κινείται από καθιστή θέση (και η σέιζα είναι η καθιστή θέση που επιτρέπει την πιο γρήγορη κίνηση –δοκιμάστε να σηκωθείτε εξίσου γρήγορα από οκλαδόν ή από πλήρες κάθισμα) μπορεί να συντονίσει καλύτερα την κίνησή του επειδή η κίνηση αυτή δεν είμαι μεγάλη. Μπορεί λοιπόν να συγκεντρωθεί στις κινήσεις του κορμού και των χεριών, άρα η δουλειά του μειώνεται κατά 50%. Με δεδομένο ότι αν ο δάσκαλος είναι αρκετά αυστηρός τα πρώτα κάτα μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης για κάνα εξάμηνο (ή και χρόνο ή και διετία), όταν ο μαθητής φτάνει να «σηκωθεί», έχει κατακτήσει την κίνηση του μισού του σώματος και κυρίως του βασικού χειρισμού του ξίφους.

Ωραία όλα αυτά αλλά έχουν εφαρμογή σε άλλες τέχνες; Αρκετή, στο μέτρο που ο δάσκαλος κατανοεί τη σημασία τους και τα εφαρμόζει στο μάθημά του. Η πιο προφανής εφαρμογή είναι μια σωματική δεξιότητα την οποία όλοι είχαμε τα χαρούμενα εκείνα χρόνια που ως είδος προσπαθούσαμε με μέτρια αποτελέσματα να σταθούμε στα πόδια μας και το μόνο που μας απασχολούσε ήταν αν αυτή η μπανάνα είναι πιο μαλακή από εκείνη: τη διατήρηση ενός χαμηλού κέντρου ισορροπίας. Όσοι έχουν ασκηθεί σε πολεμικές τέχνες που χρησιμοποιούν ρίψεις και ανατροπές, αλλά και όσοι έχουν ενδιαφερθεί σοβαρά να ρίξουν μια αξιοπρεπή γροθιά ή μια αξιοπρεπή κλοτσιά (και όταν λέμε αξιοπρεπή εννοούμε να μπορεί να σπάσει έστω ένα εύθραυστο ποτηράκι) γνωρίζουν ότι η δύναμη προέρχεται από κάτω (κάτι ήξερε ο γίγας Ανταίος) και ότι για να την αντλήσουμε πρέπει να έχουμε το κέντρο μας όσο πιο κοντά στο έδαφος γίνεται. Αν δει κανείς τα θηρία του σούμο (αλλά και οποιονδήποτε παλαιστή ελληνορωμαϊκής), μπορεί να καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε.

Τι δηλοί ο μύθος; Ότι στις πολεμικές τέχνες, όλα τα πράγματα έχουν μια εργονομική, φυσιολογική εξήγηση και το μόνο που χρειάζεται είναι να μπορεί κανείς να διαβάσει τα ψιλά γράμματα ή να ανοίξει κάνα βιβλίο (κάνα σάιτ κ.λπ.) και να τα ψάξει. Σε αντίθετη περίπτωση θα αναλώνεται σε ανόητες συζητήσεις με ανόητα επιχειρήματα σχετικά με το αν μια «παραδοσιακή» τέχνη είναι «αποτελεσματικότερη» από μια «σύγχρονη». Μόνο όταν ξέρουμε όλες τις παραμέτρους μιας τέχνης («παραδοσιακής» ή «σύγχρονης») μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε στο σύνολό της και να δούμε αν πραγματικά πληροί τους σκοπούς της ως πολεμική τέχνη. Και βεβαίως μην ξεχνάμε ότι η σύγκριση είναι ούτως ή άλλως άνευ αντικειμένου –κάτι σαν τον τζαζίστα σαξοφωνίστα και τον ροκά κιθαρίστα που τσακώνονται για το ποια μουσική είναι η «καλύτερη»… (*)

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

(*)Παρεμπιπτόντως, αν το τελευταίο παράδειγμα σας φαίνεται κουτό, περάστε καμιά βόλτα από το ωδείο της γειτονιάς σας...

It's magic

Όσο περνούν τα χρόνια τείνω να πιστέψω ότι ένα από τα βασικά προβλήματα των πολεμικών τεχνών –για την ακρίβεια, των ανθρώπων που ασχολούνται μ' αυτές– είναι η θρησκοληψία τους. Και όταν λεω «θρησκοληψία» δεν εννοώ την πίστη τους στον Θεό της επιλογής τους ή την όποια σύνδεση κάποιων τεχνών με τις θρησκευτικές παραδόσεις της Άπω Ανατολής (οι κυρίες με τα κοτσάκια μπορούν να ηρεμήσουν), όσο τη θρησκευτικού τύπου πίστη με την οποία αντιμετωπίζουν την τέχνη τους. Αν οι φονταμενταλιστές οποιασδήποτε θρησκείας μπορούσαν να δουν λίγο πιο ξεκάθαρα (όσο αντιφατικό και αν ακούγεται αυτό αφού αν μπορούσαν δεν θα ήταν φονταμενταλιστές) τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ένα μεγάλο τμήμα των ασκούμενων στις πολεμικές τέχνες, θα τους έρχονταν δάκρυα στα μάτια καθώς θα αναγνώριζαν στους ανθρώπους των πολεμικών τεχνών αδελφές ψυχές.

Αυτό που εννοώ βεβαίως είναι η συγκινητική επιμονή πολλών ασκούμενων στο να αντιστέκονται σε κάθε είδους κοινή λογική –λογική την οποία θα ενστερνίζονταν σε κάθε φάση της καθημερινής τους ζωής εκτός από το κομμάτι της που ξεκινάει με την είσοδό τους στο ντότζο και που καταλήγει με την έξοδό τους από αυτό. Απολύτως λογικοί άνθρωποι, άνθρωποι που στην καθημερινότητά τους αντιμετωπίζουν πλείστες όσες δυσκολίες και προκλήσεις σε μια πλειάδα επαγγελμάτων, από τα πιο απλά χειρονακτικά μέχρι τα πιο σύνθετα επιστημονικά, χάνουν κάθε αίσθηση μέτρου και οργανωμένης σκέψης όταν φοράνε τη φόρμα τους και ανεβαίνουν στο τατάμι ή στο παρκέ και είναι έτοιμοι να πιστέψουν τα πάντα.

Το φαινόμενο μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως φαιδρό, είτε ως θλιβερό, αναλόγως με τη διάθεση του καθενός τη δεδομένη στιγμή που το παρατηρεί ή που το σχολιάζει. Και ίσως και να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία αφού σε τελική ανάλυση, οι ασκούμενοι στις πολεμικές τέχνες είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι της κοινωνίας και η θρησκοληψία τους συνήθως περιορίζεται μέσα στους τέσσερις τοίχους του ντότζο, έτσι δεν είναι; Μμμμμναι. Όχι ακριβώς. Αφενός πολύ σπάνια η θρησκοληψία όντως περιορίζεται μέσα στο ντότζο (είναι αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι ότι «άμα το 'χει η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες») και αφετέρου, έχω τη βάσιμη υποψία ότι αυτού του τύπου οι μονολιθικές, θρησκευτικού τύπου αντιμετωπίσεις βλάπτουν τις τέχνες παρά τις ωφελούν –με αποτέλεσμα τελικά όχι μόνο να είμαστε λίγοι αλλά και να παραμένουμε λίγοι.

Το πιο ενοχλητικό δείγμα θρησκοληψίας είναι η απόλυτη αξία της τέχνης. Όχι της τέχνης έτσι γενικώς και αφηρημένως αλλά της τέχνης που κάνει εις έκαστος εξ ημών. Καίτοι υποτίθεται ότι οι «σοβαροί» (γκουχ, γκουχ) δάσκαλοι ουδέποτε ισχυρίζονται ότι η τέχνη τους είναι η καλύτερη που υπάρχει, είναι κάτι παραπάνω από σύνηθες το να δει κανείς ότι η κυρίαρχη αντίληψη που επικρατεί στις περισσότερες σχολές είναι αυτή ακριβώς: «η τέχνη μας είναι η καλύτερη που υπάρχει». Και όταν λέμε καλύτερη, εννοούμε «αποτελεσματικότερη», «ολοκληρωμενότερη», «πολυδιαστατικότερη», «πολεμικώτερη», «αρχαιότερη», «πολυπληθέστερη», «πολιτισμενότερη», «αυτοαμυντικότερη» κ.λπ. –όπως αντιλαμβάνεστε, η παραπάνω άτεχνη και ανόητη λεξιπλασία είναι σκόπιμη για να επισημάνει ακριβώς την ανοησία του πράγματος.

Το φοβερό δεν είναι ότι οι δάσκαλοι πλασάρουν την ιδέα αυτή. Σε τελική ανάλυση οι περισσότεροι είναι έμπορες (όχι «έμποροι», ούτε «επαγγελματίες» –«έμπορες», αλλά για την υγρασία θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά) οπότε αναμενόμενο είναι να πουλάνε την πραμάτεια τους φωνάζοντας όσο πιο δυνατά γίνεται. Και εδώ που τα λέμε, το ίδιο δεν κάνει και η διαφήμιση; (Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι άμα αλείβεις το ψωμί σου με τη μαργαρίνη Παναφάμ αυτομάτως αυξάνεις τις πιθανότητές σου να σε παντρευτεί η ξανθιά μοντέλα του τηλεοπτικού σποτακίου) Το πρόβλημα είναι βασικά στη θρησκοληψία των μαθητών. Αυτών δηλαδή που όπως είπαμε παραπάνω παρκάρουν την κοινή λογική τους μαζί με το αυτοκίνητό τους, οχτώ τετράγωνα πιο κάτω από το ντότζο.

Μπορώ να κατανοήσω ότι για να κάνει κάποιος μια πολεμική τέχνη και όχι κάποια άλλη, θεωρεί ότι είναι καλή –αυτό ισχύει κυρίως για τους ανθρώπους που έχουν κάνει και πέντε βόλτες στη ζωή τους και έχουν δει πέραν της μίας τέχνες αλλά σε έναν μικρότερο βαθμό και για τους υπόλοιπους. Αυτό που δεν μπορώ να κατανοήσω είναι το να θεωρεί ότι η τέχνη αυτή είναι η μόνη και ότι η ύπαρξη όλων των υπολοίπων τεχνών είναι αποτέλεσμα μαζικής παράκρουσης όσων τις ασκούν ή αποτέλεσμα της σιωνιστικής προπαγάνδας και των Ιλουμινάτων (όταν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε κάτι, είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάτι τέτοιο θα φταίει).

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω δει ασκούμενους σε «πυγμαχικές» τέχνες να παραβλέπουν εντελώς τι θα συμβεί αν κάποιος τους αρπάξει και τους ρίξει κάτω, παλαιστές που συμπεριφέρονται λες και ο άλλος δεν μπορεί να τους σερβίρει μια γονατιά στο γνωστό, ζωτικό εκείνο σημείο της ανατομίας τους, ασκούμενους σε τέχνες με πολλά λακτίσματα να θεωρούν απολύτως λογικό να χοροπηδάνε διαρκώς στο ένα πόδι (λες και δεν έχουμε αρκετά προβλήματα ισορροπίας όταν πατάμε και στα δύο) και δασκάλους αυτοάμυνας να μιλάνε για πιστόλια όταν το συνηθέστερο όπλο που μπορεί να δει κανείς να τον σημαδεύει είναι κάνας σουγιάς ή κάνα κατσαβίδι.

Όμως όλα αυτά –και η κοινή λογική που τα υποκινεί ή που θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να τα υποκινεί– εξανεμίζονται εν μια στιγμή, τη στιγμή που πατάμε το πόδι μας στο τατάμι ή στο παρκέ. Εκεί, η τέχνη μας γίνεται η πληρέστερη και μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα. Θα μας προστατεύσει από όλους τους κακούς, θα θεραπεύσει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, θα μας θωρακίσει από την κακιά την ώρα και γενικώς θα μας δώσει μπράτσα κι ωραία φάτσα –για να μνημονεύσω το παλιό εκείνο ρητό. Πώς; Ως δια μαγείας βεβαίως. Διότι τελικά, αυτό ψάχνουμε όλοι στη ζωή μας. Λίγη μαγεία.

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Τα γεμάτα όπλα σκοτώνουν

Όποιος έχει υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό (αλλά υποπτεύομαι και σε άλλους) θα θυμάται σίγουρα την εμμονή υπαξιωματικών και αξιωματικών με τα όπλα. Για να γίνω σαφής, δεν εννοώ το προφανές –στρατός είναι, όλοι θα έχουν μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα όπλα. Εν προκειμένω, αναφέρομαι κυρίως στο θέμα της ασφάλειας του όπλου, στη γενικότερη καλή του κατάσταση, στη φανατική γραφειοκρατία σε ό,τι αφορά τη χρέωσή του στον στρατιώτη πριν και μετά από κάθε υπηρεσιακή μετακίνηση και όλα εκείνα τα βαρετά για τους περισσότερους τυπικά. Μέρος των τυπικών αυτών, είναι και το θέμα του ελέγχου μήπως μέσα στο όπλο έχει μείνει κάποια ξεχασμένη σφαίρα, ακόμα και σε περιπτώσεις που ο στρατιώτης δεν έχει πιάσει σφαίρα στα χέρια του. Στο θέμα της ασφάλειας, έλεγαν οι αξιωματικοί δεν μπορεί να υπάρχει υπερβολή. Υπήρχε μάλιστα και ένα σχετικό ρητό: Τα άδεια όπλα σκοτώνουν.

Επειδή ο στρατός (ο ελληνικός αλλά υποπτεύομαι και άλλοι) έχει να πολεμήσει πενήντα χρόνια, η ουσία πολλών πραγμάτων έχει χαθεί. Η πειθαρχία έχει αντικατασταθεί από κενή τυπολαγνεία και οι άνθρωποι που υπό κανονικάς συνθήκας θα είχαν την ευθύνη όχι μόνο να εκπαιδεύουν στρατιώτες αλλά και να τους διοικούν σε καιρό πολέμου (μακριά από εμάς), έχουν μεταμορφωθεί σε απλούς δημοσίους υπαλλήλους με μόνο στόχο να φτάσουν με τα λιγότερα δυνατά προβλήματα σε ηλικία συνταξιοδότησης. Ευγενής στόχος και καλά κάνουν και είναι έτσι τα πράγματα, όμως μερικές φορές η αντίληψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κωμικές καταστάσεις. Αναφέρομαι σε έναν εκ μονιμότητος υπολοχαγό που γνώρισα στη στρατιωτική μου θητεία ο οποίος όποτε είχαμε εκπαιδεύσεις με όπλα, και θέλοντας να υπερθεματίσει στο θέμα της ασφάλειας, είχε τροποποιήσει κάπως το προαναφερθέν ρητό: Τα άδεια όπλα σκοτώνουν. Τα γεμάτα δε σκοτώνουν ποτέ. Μάλιστα.

Με κίνδυνο να φανώ ασεβής στον συμπαθέστατο εκείνον υπολοχαγό, τα γεμάτα όπλα είναι που σκοτώνουν. Αντίθετα, τα άδεια δε σκοτώνουν ποτέ εκτός αν τα χρησιμοποιήσει κανείς ως ρόπαλα για να ανοίξει το κεφάλι κάποιου, αν τους βάλει ξιφολόγχη ή αν τα ρίξει από τον έκτο όροφο σε κάποιον ανύποπτο περαστικό στον δρόμο από κάτω. Βεβαίως οφείλει κανείς να προσέχει ώστε το όπλο του να μην είναι κατά λάθος γεμάτο και σκοτώσει κάναν άσχετο κατά λάθος –σε περίπτωση που δεν έχει γίνει ακόμα σαφές, σε αυτό αναφερόταν ο εν λόγω αξιωματικός– όμως το πρόβλημα είναι ότι πολύ συχνά πέφτουμε στην παγίδα να πάρουμε μια έκφραση υπερβολικά κυριολεκτικά με αποτέλεσμα (α) να λέμε πράγματα που είναι ανόητα και (β) να χάνουμε την ουσία. Ο υπολοχαγός στον οποίο αναφέρομαι δεν είναι μοναδική περίπτωση –είμαι σίγουρος ότι όλοι έχουμε πέσει στο ίδιο σφάλμα σε κάποια φάση της ζωής μας.

Προς τι η φλυαρία ακούω κάποιους να ρωτούν. Και, συνεχίζουν, τι σχέση έχει με τις πολεμικές τέχνες; Θα απαντήσω αμέσως: Το μήλο της έριδας για αυτόν τον μήνα είναι η εμμονή των δασκάλων πολεμικών τεχνών με τα λεγόμενα «βασικά», ήτοι τις βασικές τεχνικές της τέχνης τους -αυτές που στις ιαπωνικές τέχνες λέγονται «κίχον ουάζα» (είμαι βέβαιος ότι οι κινεζομαθείς εξ υμών θα ξέρουν πώς λέγονται στα Κινέζικα). Όποιος έχει περάσει έστω και έναν μήνα της ζωής του σε ένα ντότζο θα έχει παρατηρήσει πόση σημασία δίνεται εκ μέρους των εκπαιδευτών στα βασικά αυτά συστατικά της τέχνης και πόσο συχνά επαναλαμβάνεται η ανάγκη για διαρκή επανάληψή τους. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται και από τα σεμινάρια με ξένους εκπαιδευτές –είναι λίαν σύνηθες ο διακεκριμένος ξένος δάσκαλος να αναλώνει το μεγαλύτερο μέρος του σεμιναρίου του (ενίοτε και όλο) σε αυτές ακριβώς τις τεχνικές και να υπογραμμίζει την αξία τους για την τέχνη.

Επειδή κινδυνεύω να θεωρηθώ ηλίθιος ή αγράμματος, επιτρέψτε μου εξαρχής να συμφωνήσω με όλους τους δασκάλους (ημεδαπούς και αλλοδαπούς): Ναι, τα βασικά είναι η αρχή κάθε τέχνης, ναι, πρέπει να τα δουλεύουμε με θρησκευτική ευλάβεια, ναι, δεν πρέπει ποτέ να θεωρήσουμε ότι τα έχουμε μάθει τόσο καλά που μια ακόμα επανάληψη θα μας βλάψει, ναι, αποτελούν αγκυροβόλια στα οποία μπορεί κανείς να επιστρέψει και να επανεκκινήσει τη μελέτη του αν κολλήσει κάπου στη διαδρομή, ναι, συνήθως τα βασικά είναι απλά και άρα μπορούν εύκολα να λειτουργήσουν ακόμα και σε περιπτώσεις ανάγκης, ναι, πρέπει να περπατήσεις πριν μπορέσεις να τρέξεις, ναι, πρέπει να μάθεις την αλφάβητο πριν γράψεις ένα σονέτο. Ναι, χίλιες φορές ναι, και όποιος υποστηρίζει το αντίθετο δεν έχει καταλάβει τίποτα τόσο από πολεμικές τέχνες, όσο και από εκπαιδευτικές μεθόδους γενικώς.

Το πρόβλημα φίλες και φίλοι αναγνώστες δεν είναι η επιμονή στη βασική αρχή («τα άδεια όπλα σκοτώνουν») αλλά η ανόητη υπερβολή («τα γεμάτα όπλα δε σκοτώνουν ποτέ»). Ή, για να επιστρέψουμε στα κιχόν ουάζα, είναι ένα πράγμα να εμμένει ένας δάσκαλος στα βασικά και είναι ένα άλλο να μην δείχνει ποτέ, σε κανέναν και για κανέναν λόγο τίποτα άλλο πέρα από τα βασικά. Όχι μόνο επειδή η νοσηρή εμμονή στα βασικά δημιουργεί υποψίες ότι ο δάσκαλος δεν ξέρει να δείξει τίποτα άλλο (το οποίο ενίοτε ισχύει), αλλά και επειδή ο μαθητής χάνει το μέτρο –περίεργο είναι; Εδώ το χάνει ο δάσκαλος. Κάθε τι έχει τη θέση του στη ροή της εκπαίδευσης μιας πολεμικής τέχνης (ή οποιουδήποτε άλλου πράγματος) και καλό είναι, όταν η θέση αυτή περάσει, ο δάσκαλος να προχωράει τον μαθητή του στο επόμενο στάδιο. Όλα τα πράγματα πρέπει να γίνονται στην ώρα τους -ούτε νωρίτερα αλλά ούτε και αργότερα.

Βεβαίως, ο τελικός κριτής της προόδου ενός μαθητή είναι ο δάσκαλός του, ειδικά αν μιλάμε για εμπνευσμένους δασκάλους. Ωστόσο, αφενός οι εμπνευσμένοι δάσκαλοι συνήθως δεν επιμένουν σε ανοησίες –είπαμε, στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για τους δασκάλους που έχουν χάσει την μπάλα– και αφετέρου, οι σημερινοί μαθητές και δη οι ενήλικοι συχνά έχουν μια αντίληψη για το τι τους συμβαίνει, ειδικά μετά από π.χ. μια πενταετία (ή μια δεκαετία) συστηματικής και φιλότιμης εκπαίδευσης/ εξάσκησης. Ένας δάσκαλος που επιμένει να... επιμένει στα βασικά, ειδικά χρησιμοποιώντας το αδιάσειστο (Θεέ μου συγχώρα με) επιχείρημα «Δεν μπορείς να ξεπεράσεις τα βασικά, δεν τα έχεις μάθει ακόμα», το μόνο που καταφέρνει είναι να αντιμετωπιστεί από τον μαθητή του ως γραφικός (ή ημιμαθής –όμως οι περισσότεροι δάσκαλοι ξέρουν βαθιά μέσα τους ότι είναι ημιμαθείς άρα αυτό μάλλον τους ενοχλεί και πολύ).

Δεν μάθαμε τέλεια αριθμητική, γραφή και ανάγνωση στην πρώτη δημοτικού όταν περάσαμε στη δευτέρα. Ούτε μάθαμε άπταιστα νέα Ελληνικά στο δημοτικό πριν περάσουμε στο γυμνάσιο. Δεν είχαμε τέλεια γνώση της άλγεβρας πριν μπούμε στο Μαθηματικό του πανεπιστημίου και δεν αποκτήσαμε ολοκληρωμένη γνώση ιατρικής, όταν ορκιστήκαμε γιατροί. Κάθε στάδιο μάθησης ξεπερνιέται όταν ο μαθητής αποκτήσει μια λειτουργική γνώση της διδακτέας ύλης ώστε να μπορέσει να περάσει στην επόμενη -η ολοκλήρωσή του έρχεται πολλά-πολλά χρόνια αργότερα. Οι πολεμικές τέχνες δεν ξεφεύγουν από τον παραπάνω κανόνα και αυτό καλά θα κάνουν να το θυμούνται οι δάσκαλοι καθώς η πέραν λογικής εμμονή στα βασικά, προκαλεί στους μαθητές την ίδια αντίδραση που προκαλούσε ο συμπαθής εκείνος υπολοχαγός στους φαντάρους του. Και το ότι η αντίδραση αυτή δεν εκφράζεται ανοιχτά (όπως δεν εκφραζόταν και τότε, στον ελληνικό στρατό), δε σημαίνει τίποτα. Ο δάσκαλος χάνει την εμπιστοσύνη του μαθητή του και αυτό είναι από τα χειρότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν στη συγκεκριμένη σχέση.

Ή έτσι λέει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Σιμόζα νο γκίο

Κάποιος συνασκούμενος, με πλησίασε στο ντότζο και μου σχολίασε το Σεμπάι ουά ιμάσιτα του προηγούμενου μήνα (Μακάριοι οι πραείς...). Για την ακρίβεια ο προβληματισμός του ήταν σχετικά με το πόσο βολεύει τους «έχοντες» (εν προκειμένω τους δασκάλους) να υποβάλλουν στους «μη έχοντες» (εν προκειμένω τους μαθητές) με ιδέες περί ταπεινότητας. Ιδιαίτερα στενοχώρησε τον φίλο η αναφορά στο εδάφιο από τη Βίβλο περί πραών καθώς έκρινε ότι ο συνδυασμός ορισμένων αποσπασμάτων από τα θρησκευτικά κείμενα με την κάθετη δομή των ιαπωνικών ντότζο έχει σαν αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός συστήματος εξουσίας το οποίο τελικά βολεύει στην εδραίωση της παντοδυναμίας των δασκάλων. Σε πιο απλά Ελληνικά, κάνουμε την καταπίεση ιδεολογία και την υποστηρίζουμε με Θεόθεν προερχόμενα κείμενα.

Η βάση του προβληματισμού του συνασκούμενου δεν είναι λάθος. Σε τελική ανάλυση, η παραπάνω μεθοδολογία χαρακτηρίζει ένα παιχνίδι που οι οργανωμένες εκκλησίες έχουν παίξει κατά κόρον στο παρελθόν και, εν πολλοίς, εξακολουθούν να παίζουν, προκειμένου να υποστηρίζουν τις κοσμικές εξουσίες –μια ματιά στην παγκόσμια ειδησεογραφία θα μας δώσει άφθονα παραδείγματα. Και θα ήταν σφάλμα να υποστηρίξει κανείς ότι οι ανατολικές θρησκείες είναι εντελώς άμοιρες ευθυνών στο παιχνίδι αυτό. Ο Βουδισμός, ο (λαϊκός) Ταοϊσμός, ο Κομφουκιανισμός και ο Σιντοϊσμός έχουν υπάρξει όργανα στα χέρια διαφόρων αχρείων (για να μην πούμε «αληταράδων» και προσβληθεί το ηθικό κοινό μας) προκειμένου να δικαιολογηθούν καταπιέσεις, πόλεμοι και μακελειά διαστάσεων που θα έκαναν τους σταυροφόρους να μοιάζουν με προσκόπους. ΟΚ, ίσως το παραπάνω να είναι υπερβολή αλλά και ο Βιασμός του Νανκίνγκ κάθε άλλο παρά πικνίκ ήταν.

Αυτά για να αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Όμως, η ιδέα της άσκησης δια της ταπείνωσης δεν είναι τελικά μονόπαντη (όπως και τίποτα άλλο άλλωστε). Και αυτό διότι ξεχνάμε μια λεπτομέρεια: επειδή μεγαλώνουμε σε κοινωνίες που προβάλλουν την ατομικότητα, έχουμε την τάση να υπερβάλλουμε στο τι εστί ταπεινότητα. Ή με άλλα λόγια, έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι κάθε τι που δε διογκώνει το εγώ μας, είναι κακό και πρέπει να παταχθεί από προσώπου γης. Αν το παραπάνω μοιάζει υπερβολικό, σκεφτείτε τα άκρα στα οποία έχει φτάσει η λεγόμενη «πολιτική ορθότητα» στις Η.Π.Α. και θα δείτε το πώς μια κατά βάση ευαίσθητη τακτική μπορεί να φύγει εκτός ελέγχου, ακριβώς επειδή προσκρούει στον αγκαθωτό βράχο του εγωισμού των ανθρώπων.

Αλλά ας επιστρέψουμε στα δικά μας. Υπάρχει μια ιαπωνική έκφραση που αποδίδει ακριβώς την ουσία της εξάσκησης δια της ταπεινότητας, το σιμόζα νο γκίο. «Σιμόζα» σημαίνει «χαμηλή θέση», η πλευρά του ντότζο στην οποία κάθονται οι ασκούμενοι –σε αντίθεση με την καμίζα, το μέρος που «κάθεται» ο δάσκαλος, το πορτρέτο του ιδρυτή της τέχνης, οι υψηλοί επισκέπτες και (στα ασιατικά ντότζο) ο βωμός για τα κάμι, τις θεότητες. Το «νο» είναι κτητικό επίθεμα (κάτι σαν το «'s» των Αγγλικών) και το «γκίο», σημαίνει στην προκειμένη περίπτωση «εξάσκηση». Το όλο νόημα της έκφρασης είναι «εξάσκηση την οποία παίρνει κανείς αν κάθεται στην λιγότερο προνομιούχα θέση». Μ' άλλα λόγια, η εξάσκηση που παίρνεις όντας αποδέκτης της τεχνικής –αναφέρομαι βεβαίως στον ρόλο που στα τζουτζούτσου λέγεται «ούκε» και συχνά αποδίδεται ως «χαμένος». Σφάλμα μέγιστο αγαπητοί αναγνώστες και καλά θα κάνουμε να το ξανασκεφτούμε.

Στις περισσότερες πολεμικές τέχνες, ο πραγματικά σοβαρός ρόλος είναι αυτός του ούκε –και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις όποιες θρησκευτικές διδασκαλίες και τον πολιτικό τους ρόλο. Ούτε καν με το αν ο δάσκαλος είναι ένα εγωπαθές καθίκι το οποίο θέλει να καταπιέζει τους μαθητές του. Ο ούκε είναι σοβαρός ρόλος όχι μόνο επειδή μαθαίνοντας να δέχεσαι μια τεχνική μαθαίνεις καλύτερα και το πώς να την κάνεις (αυταπόδεικτο για όποιον έχει ασκηθεί σε κάτα *), αλλά και επειδή μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις το αίσθημα της ήττας και να το θεωρείς τόσο πολύ μέρος της εξάσκησής σου που αναγκαστικά φτάνεις να το θεωρείς και μέρος της ζωής. Η δε διαρκής εναλλαγή ρόλων (και σε ένα ευνομούμενο ντότζο, οι ρόλοι εναλλάσσονται διαρκώς), αποδυναμώνει την «ήττα» σε τόσο μεγάλο βαθμό που τελικά το μόνο που μένει είναι η διδασκαλία και η συνείδηση ότι η «ήττα» είναι ένα παιχνιδάκι του μυαλού –ο υποβιβασμός του εγώ και η πραγματική του διάσταση που λέγαμε παραπάνω.

Αυτό που διέλαθε της προσοχής του φίλου στο ντότζο (παρεμπιπτόντως, το συγκεκριμένο ήταν μόνιμο γνώρισμα ορισμένων αριστερών νεολαίων στη δεκαετία του '80 –ξέρετε ποιους εννοώ) είναι ότι υπερτονίζοντας την πολιτική διάσταση του θέματος, έχασε την ουσιαστική. Και αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί, μερικές φορές (πάντοτε;) η πολιτική δεν είναι η ουσία. Η ουσία είναι ο άνθρωπος, τα ελαττώματα και τα προτερήματά του. Αν η εξάσκηση δια της ταπεινότητας (το σιμόζα νο γκίο που λέγαμε) μπορεί να μας βοηθήσει να χαλιναγωγήσουμε τον εγωισμό μας, και δια αυτού να γίνουμε πιο ισορροπημένοι άνθρωποι, πιο συμφιλιωμένοι με το περιβάλλον μας (άμεσο και έμμεσο) και παράλληλα να γίνουμε καλύτερη στην τέχνη μας, το αποτέλεσμα έχει τόσο μεγάλη αξία τόσο για μας όσο και για το περιβάλλον μας, που η πολιτική διάσταση πραγματικά είναι άνευ σημασίας.

Βεβαίως το θέμα των πολιτικών παιχνιδιών (των μεγαλύτερων αλλά και των μικρότερων που παίζονται σε ένα ντότζο) είναι τεράστιο και βεβαίως χρήζει προσοχής και ανάλυσης –αν μη τι άλλο, πολύ συχνά πλήττει την ίδια την εξάσκηση και στο τέλος-τέλος, για αυτήν πάμε και ιδροκοπάμε, έτσι δεν είναι; Όμως είναι κρίμα να χάνουμε την ουσία, ιδιαίτερα όταν είναι μπροστά στα μάτια μας. Η ίδια η φύση των τεχνών στις οποίες ασκούμαστε μας δείχνει ότι ο μόνος τρόπος να αποκομίσεις τα μέγιστα από την τέχνη, είναι να την ασκήσεις από την «χαμηλότερη θέση». Δηλαδή από τη θέση που ο εαυτός σου έρχεται τελευταίος...

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

* Όταν λεω «κάτα» εννοώ ασκήσεις δύο ατόμων με προδιαγεγραμμένη εξέλιξη και όχι αυτό που –εσφαλμένα– κάποιοι καρατέκα αποκαλούν «σκιαμαχία». Ακόμα και στο καράτε, το κάτα κάθε άλλο παρά «σκιαμαχία» είναι. Απλώς οι εν λόγω καρατέκα μάλλον δεν έχουν προσέξει (;) ότι και το ιπόν/σανμπόν/γκοχόν κούμιτε, κάτα είναι...


Μακάριοι οι πραείς· διότι αυτοί θέλουσι κληρονομήσει την γην. (Ματθ. ε' 5)

Ένα θέμα που θέτουν πολλές φορές οι θεατές τόσο των προπονήσεων, όσο και (πιο συχνά) των επιδείξεων πολεμικών τεχνών είναι το θέμα της συνεργασίας μεταξύ των ασκούμενων και δη μεταξύ μαθητή και δασκάλου. Ειδικά σε τέχνες όπως τα παράγωγα του τζουτζούτσου (τζούντο, αϊκίντο κ.λπ.), αλλά και γενικότερα, στις τέχνες που στηρίζουν τη διδασκαλία τους στα κάτα, φαίνεται ότι υπάρχει ένα consensus μεταξύ των θεατών (και μιλάμε για τους θεατές που δεν ασχολούνται καθόλου με τις πολεμικές τέχνες ή που ασχολούνται με κάποιο μαχητικό άθλημα) να εκφράζουν επισημάνσεις του τύπου «Ναι, καλά. Και ο άλλος έτσι θα κάτσει;» ή «Μα δεν τον έριξε, ο άλλος έπεσε μόνος του» ή το all-time classic «Και τι θα γίνει αν ο άλλος κάνει το Χ ή το Ψ τη στιγμή που πας να κάνεις το Α ή το Β;» Εν ολίγοις, τίθεται υπό αμφισβήτηση το αν και κατά πόσον το θέαμα που παρουσιάζεται είναι αποκλειστικά και μόνο χορογραφία ή κάτι παραπάνω.

Βεβαίως το θέμα ανάγεται μια ακόμα φορά στο γνωστό (και όταν λέμε «γνωστό» εννοούμε τόσο συζητημένο που έχει καταντήσει αηδία) θέμα της αποτελεσματικότητας. Ουδείς βεβαίως επισημαίνει ότι οι περισσότεροι που θέτουν τέτοια ερωτήματα (α) δεν έχουν κάνει πολεμικές τέχνες ποτέ στη ζωή τους, (β) έχουν σχηματίσει την αντίληψή τους περί συμπλοκής από διάφορα χολιγουντιανά κατασκευάσματα στα οποία τα πάντα είναι ούτως ή άλλως σίγουρα χορογραφημένα (γ) δε γνωρίζουν τη λειτουργία των κάτα στις πολεμικές τέχνες αλλά και στους πολιτισμούς της Ανατολής γενικότερα (δ) παραβλέπουν πρακτικές λεπτομέρειες όπως π.χ. ότι ακόμα και η πιο άτεχνη πτώση του πιο αρχάριου τζουντόκα δεν έχει καμία σχέση με το πώς θα πέσει ο μέσος άνθρωπος αν σκοντάψει στο μπάνιο του. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι οι άνθρωποι αυτοί θα άλλαζαν γνώμη αν έκαναν μια ώρα προπόνηση π.χ. τζούντο ή αϊκίντο ή κεντζούτσου –και είμαι σίγουρος επειδή το έχω δει να γίνεται. Όπως επίσης έχω δει και πόσο γρήγορα εγκαταλείπουν διότι, τελικά, η καλογερική διαθέτει ένα κάποιο βάρος.

Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι τα παραπάνω δικαιώνουν όλους τους δασκάλους όλων των πολεμικών τεχνών. Υπάρχουν πολλοί (ίσως και πάρα πολλοί) δάσκαλοι που διαμορφώνουν με τους μαθητές τους τέτοιες σχέσεις που οι τελευταίοι φροντίζουν να πέσουν μόνοι τους ώστε να κάνουν τους πρώτους να δείξουν ωραίοι –συχνά οι σχέσεις αυτές είναι νοσηρές και στηρίζονται στην έμμεση ή άμεση απειλή. Υπάρχουν πολλοί (ίσως και πάρα πολλοί) δάσκαλοι που, προκειμένου να κάνουν την τέχνη τους πιο ελκυστική στο ευρύ κοινό, εκπαιδεύουν τους μαθητές τους ώστε να πέσουν θεαματικά και κάνοντας διάφορα ακροβατικά. Υπάρχουν πολλοί (ίσως και πάρα πολλοί) δάσκαλοι που, προκειμένου να κρύψουν τη δική τους ανεπάρκεια ως προς το σύνολο της τέχνης τους, μεταφέρουν την ουσία της στα εν λόγω ακροβατικά, μετατρέποντάς την οι ίδιοι –όντως– σε χορό.

Όλα αυτά ισχύουν. Ενδέχεται όμως να ισχύει και κάτι άλλο το οποίο περιγράφει σε μια ιστορία του ο Τρέβορ Λέγκετ (1914-2000), μια θρυλική φυσιογνωμία του βρετανικού τζούντο και ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν τα μέγιστα στη δια-πολιτισμική επαφή μεταξύ Δύσης και Ανατολής, ως διπλωμάτης στο Τόκιο (1939-1942) διευθυντής της ιαπωνικής υπηρεσίας του BBC (1946-1970), 6ο νταν από το Κόντοκαν, 9ο νταν από τη Βρετανική Ομοσπονδία Τζούντο, αρχι-εκπαιδευτής του ιστορικού βρετανικού ντότζο τζούντο Μπουντοκουάι (1954-1964) και 5ο νταν στο ιαπωνικό σκάκι, σόγκι. Σε περίπτωση δε που κάποιοι ανησυχούν ή ενδιαφέρονται (και για να μην ξεχνιόμαστε!), ναι, σύντομα τα βιβλία του θα μεταφραστούν και στα ελληνικά και θα κυκλοφορήσουν από το Αλκίμαχον.

Η ιστορία που περιγράφει ο Λέγκετ, αναφέρεται σε μια άλλη θρυλική φυσιογνωμία του τζούντο, τον Τόκου Σάνπο, τον επονομαζόμενο και «δαίμονα του Κόντοκαν» –μιλάμε για εποχές όπου διευθυντής του Κόντοκαν ήταν ο ίδιος ο Κάνο Τζίγκορο και όπου στις προπονήσεις πετύχαινε κανείς δασκάλους των δέκα νταν όπως ο Ναγκαόκα Χιντεκάζου ή ο Μιφούνε Κιούζο. Αν και μέλος εκείνης της ελίτ, ο Τόκου είχε ήδη στο παρελθόν του μια αποβολή από τον Κάνο επειδή κάποιο βράδυ έβγαλε εκτός μάχης πέντε άτομα που του επιτέθηκαν σε ένα αδιέξοδο στενό. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά (ο ίδιος ο Κάνο απαντούσε στην ερώτηση «Τι να κάνω αν μου επιτεθούν;» λέγοντας «Έχεις δύο γερά πόδια. Τρέχα!»), το ότι μπλέχτηκε στον καυγά και τραυμάτισε σοβαρά τον έναν από τους πέντε υπήρξε αρκετός λόγος για να τεθεί εκτός Κόντοκαν για έξι μήνες.

Όταν ο Λέγκετ γνώρισε τον Τόκου, αυτός ήταν ήδη πολύ μεγάλος σε ηλικία και είχε περάσει ένα εγκεφαλικό. Οι ούκε του, νεαροί με 3 και 4 νταν σηκώνονταν για να τον βοηθήσουν να δείξει τεχνικές και εκείνος έκανε την τεχνική όσο καλύτερα μπορούσε –όχι και πολύ καλά, σε σημείο μάλιστα που μερικές φορές ο ούκε τον κρατούσε για να μην πέσει και ο ίδιος κάτω. Προς έκπληξη του –επίσης νεαρού τότε– βρετανού, κανένας ούκε δεν σκεφτόταν να μην το κάνει καθώς αυτό ήταν μέρος της προπόνησής τους τον κύριο όγκο της οποίας τον έκαναν στη συνέχεια τα 6α και τα 7α νταν, που εκτελούσαν χρέη βοηθών του γέρου δασκάλου. Σύμφωνα με τον Λέγκετ, το «τελετουργικό» αυτό από το οποίο δεν γλίτωνε κανείς, χρησίμευε για να διδάξει τους νεαρούς τζουντόκα την ταπεινοφροσύνη που οφείλει να αποτελεί μέρος της προπόνησης. Και δεν εννοεί μόνο της προπόνησης στις πολεμικές τέχνες.

Δεν ξέρω αν οι σημερινοί δάσκαλοι πολεμικών τεχνών σκέφτονται έτσι. Ούτε αν οι μαθητές τους δέχονται πολύ εύκολα τον «εξευτελισμό» μπροστά στο κοινό εντός και εκτός τατάμι. Ακόμα όμως και αν η πρόθεση του δασκάλου δεν είναι αυτή, είναι βέβαιο ότι ο συγκεκριμένος «εξευτελισμός» συμβάλλει σοβαρά στο χτίσιμο του χαρακτήρα του ασκούμενου, μαθαίνοντάς τον να μην υιοθετήσει ποτέ την αίσθηση ότι έχει μάθει τα πάντα, ότι το μόνο που μετράει είναι η νίκη σε έναν αγώνα ή ότι η υπερηφάνειά του είναι η υπέρτατη αξία. Ας μην ξεχνάμε ότι οι πολεμικές τέχνες είναι από τις λίγες δραστηριότητες που ο «χαμένος» (ούκε) δέχεται συγχαρητήρια επειδή «έχασε» καλά (ουκέμι). Πόσο ανακουφιστικό είναι αυτό στην εποχή του the winner takes all...

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...

Sunday, February 20, 2011

Η Αστική Τάξη Πάει στο Ντότζο

Είναι μάλλον κοινή γνώση ότι ο τρόπος ζωής μας έχει επηρεαστεί τα μέγιστα από την κοινωνική κινητικότητα του δέκατου έκτου-δέκατου έβδομου αιώνα. Και για την ακρίβεια από τη δημιουργία της αστικής τάξης και τη διάθεσή της να βελτιώσει τον τρόπο ζωής της και την παρουσία της μέσα στο κοινωνικό σύστημα. Δεν είναι περίεργο –κάποια στιγμή οι άνθρωποι των πόλεων συνειδητοποίησαν ότι αν και είχαν χρήματα που τους επέτρεπαν να αγοράσουν αγαθά, βρίσκονταν μια (ή περισσότερες) θέσεις της κοινωνικές κλίμακας πιο κάτω από κάποιους άλλους που απλώς είχαν γεννηθεί στην «σωστή» οικογένεια. Και σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες, η «σωστή» οικογένεια είχε στην ιστορία της, κάποια ανάμιξη με το ευγενές επάγγελμα της οργανωμένης, θεσμοθετημένης και δικαιολογημένης μαζικής ανθρωποκτονίας. Ή για οικονομία της συζήτησης, με το επάγγελμα του πολέμου.

Τέτοιες οικογένειες υπάρχουν βεβαίως και στις μέρες μας, αν και τα μέλη τους απολαμβάνουν ελάχιστη κοινωνική καταξίωση, τουλάχιστον από την κοινωνία στο σύνολό της. Υπάρχουν πάντοτε εκείνοι που θεωρούν τις στολές γοητευτικές (περί ορέξεως κ.λπ.) καθώς και εκείνοι που βρίσκουν ελκυστική την προοπτική της άμεσης επαγγελματικής αποκατάστασης (σε τελική ανάλυση οι στρατιωτικές σχολές είναι οι μόνες που εγγυώνται εμπράκτως 100% απορρόφηση από την αγορά εργασίας), όμως σε γενικές γραμμές οι επαγγελματίες στρατιώτες έχουν εκτοπιστεί από τις υψηλές θέσεις εκτίμησης στην κοινωνική συνείδηση. Πιθανώς επειδή τα τελευταία 60 χρόνια, ελάχιστη παραγωγική εργασία προσφέρουν στην καθημερινότητά μας –ένας λόγος που έχαιραν μεγαλύτερου σεβασμού πριν από 40 ή 50 χρόνια ήταν επειδή πρόσφεραν στην κοινωνία κάτι σημαντικό. Δηλαδή πολεμούσαν.

Σήμερα όλοι μας είμαστε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αστοί. Ακόμα και εκείνοι εξ υμών που τυγχάνουν χειρώνακτες, διαθέτουν (χάρη στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην ευρύτερη κοινωνική οργάνωση αλλά και στις φιλότιμες προσπάθειες των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων) αντίληψη αστού, ανησυχίες αστού, ιδεολογία αστού και φιλοδοξίες αστού. Αυτό που ο θείος Κάρολος αποκαλούσε «ταξική συνείδηση» έχει γίνει κάπως ασαφές, αναπόφευκτη συνέπεια –μεταξύ άλλων– του ότι η ίδια η ταξική διαστρωμάτωση πλέον γίνεται όχι βάσει επαγγέλματος αλλά βάσει οικονομικών απολαβών και του ότι η διόγκωση των πόλεών μας, μας έχει ομογενοποιήσει σχεδόν απόλυτα. Εν ολίγοις σύντροφοι, υπάρχει μια βάσιμη υποψία ότι η επανάσταση μάλλον δε θα γίνει την επόμενη Τετάρτη –όποιος θέλει, μπορεί να δει άνετα το ματς στην τηλεόραση.

Ποιος ο λόγος για την παραπάνω αδέξια απόπειρα κοινωνιολογικής ανάλυσης; Ότι καλόν θα ήτο να συμπεριλάβουμε στις ανησυχίες μας περί πολεμικών τεχνών το από πού ερχόμαστε, πού πηγαίνουμε, από πού έρχονται οι τέχνες με τις οποίες ασχολούμαστε και πού πηγαίνουν. Ίσως αυτό θα μας βοηθήσει να τις κατανοήσουμε καλύτερα και να αποκομίσουμε από αυτές αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε και αυτό που πραγματικά μπορούν να μας προσφέρουν. Και όταν λέω από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε, εννοώ πέραν του «προσωπικά» και το «κοινωνικά» –εκτός αν κάποιοι θεωρούν εαυτούς εκτός κοινωνίας ή ετοιμάζονται για κάποια πολύ ριζική αλλαγή του τρόπου ζωής τους (π.χ. να πάρουν τα βουνά, να γίνουν αγρότες κ.λπ.)

Οι πολεμικές τέχνες (ή τουλάχιστον η πλειονότητά τους) είναι εκφράσεις των κοινωνιών του παρελθόντος. Το ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα σημαίνει ότι εξελίχθηκαν μέσα στους αιώνες, απορροφώντας (κάποια) στοιχεία από την εκάστοτε εποχή και κοινωνία και απορρίπτοντας (κάποια) στοιχεία από τις προηγούμενες. Δε πρόκειται για κάτι μοναδικό. Όλες οι εκφράσεις του πολιτισμού υφίστανται τέτοιες αλλαγές και –σε ιδανική μορφή– καταφέρνουν έτσι να διατηρήσουν την ουσία τους παρά τις τεράστιες διαφορές μεταξύ των κοινωνιών που τις γέννησαν π.χ. πριν από 500 χρόνια και των σημερινών. Οι άνθρωποι που παίζουν (ή που ακούν) τη μουσική του Μπαχ (ή του Μπάντι Χόλι) σήμερα δε ζουν όπως έζησαν εκείνοι στις αρχές του 18ου αιώνα (ή στη δεκαετία του '50), όμως αυτό δεν εμποδίζει ούτε τους μεν ούτε τους δε να την απολαύσουν.

Τα παραπάνω μας φέρνουν σε μια προέκταση του θέματος περί του οποίου απεραντολόγησε η στήλη τον προηγούμενο μήνα: αυτού της πολεμικής καταγωγής και αποτελεσματικότητας των πολεμικών τεχνών και του αν και κατά πόσον αυτό το κριτήριο είναι το μοναδικό προκειμένου κάποιος να επιλέξει να ασχοληθεί με τη μια ή την άλλη τέχνη. Και με κίνδυνο να επαναληφθούμε (ή να κατηγορηθούμε για εμμονές –λες και το κόλλημα με τον «πολεμική καταγωγή» ή με «τον δρόμο» δεν είναι εμμονή), η εξέλιξη των κοινωνιών μας γενικά αλλά και ημών των ιδίων προσωπικά, μάλλον θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση το αν και κατά πόσον χρειαζόμαστε πραγματικά κάτι που γεννήθηκε στα πεδία των μαχών της Ιαπωνίας του δέκατου τέταρτου αιώνα. Σε τελική ανάλυση, αν οι τέχνες εξελίχθηκαν, μήπως πρέπει να εξελιχθούμε και εμείς;

Πέραν του πραγματικού λαογραφικού/ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος για μια ξένη κουλτούρα, του φολκλορισμού ή κάποιας ρομαντικής τάσης για ενασχόληση με κάτι «κρυφό», δεν υπάρχει κανένας πρακτικός λόγος να προτιμήσει κανείς να μάθει π.χ. το τέσεν-τζούτσου της Σινκάγκε Ρίου αντί π.χ. το τζόντο της Παν-Ιαπωνικής Ομοσπονδίας Κέντο. Οι πέντε αιώνες που χωρίζουν τις δύο τέχνες ελάχιστη διαφορά κάνουν για έναν αστό και αν το δει κανείς από ιδεολογικής/κοινωνιολογικής πλευράς οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν το τζόντο της ΠΙ.Ο.Κ. είναι πολύ πιο κοντά μας και η ζωή τους πολύ πιο κοντινή στη δική μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι άνθρωποι αυτοί έχουν μεταφέρει την ουσία του κλασσικού τζοτζούτσου (Σίντο Μούσο Ρίου) στο σύγχρονο τζόντο –και λαμβάνοντας υπόψη το ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι υποπτεύομαι ότι το έχουν πετύχει.

Στο μέτρο που η ζωή στις κοινωνίες μας, μας έχει κάνει να σκεφτόμαστε τα πάντα ως «προϊόντα» τα οποία συγκρίνουμε για να δούμε αν μας κάνουν, ίσως αξίζει τον κόπο να επεκτείνουμε την αντίληψη αυτή και στο κριτήριο με το οποίο επιλέγουμε με ποιά πολεμική τέχνη θα ασχοληθούμε. Η καταγωγή κάποιας τέχνης από τον πόλεμο δεν σημαίνει τίποτα για κανέναν άλλον, πέραν από τους ανθρώπους που ασχολούνται με τον πόλεμο –τον πραγματικό και όχι τους πάσης φύσεως «μεταφορικούς». Εκτός αν κάποιος πιστεύει ότι η λογομαχία με τον διευθυντή του πονάει το ίδιο με το να του καρφώσουν στα νεφρά μια ατσάλινη λεπίδα μήκους 70 εκατοστών...

...ή έτσι λεει ο σεμπάι τουλάχιστον. Εγώ απλώς το μεταφέρω...